Ένδικα μέσα επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   298/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ένδικα μέσα επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα.

Οι αποφάσεις που δέχονται, ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ή αιτήσεις για ανάκληση, ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο και συνεπώς και στο ένδικο μέσο της εφέσεως οι αποφάσεις που εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 Κ.Πολ.Δ., ακόμη δε και επί διαφορών που έχουν ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων ρυθμιστικών καταστάσεως, τα οποία εξομοιώνονται προς ασφαλιστικά μέτρα.

Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης απόφασης που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι η συντηρητική κατάσχεση κινητών και η εκποίηση αυτών λόγω κινδύνου φθοράς ή δυσαναλογίας εξόδων φυλάξεως σε σχέση με την αξία τους, δικάζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με συμπληρωματική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 933 επομ. ΚΠολΔ, η δε απόφαση, που εκδίδεται επ' αυτής δεν προσβάλλεται, με κανένα ένδικο μέσο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   298/2003

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Δαμάσκο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Στυλιανό Πατεράκη, Γεράσιμο Σιμόπουλο και Νικόλαο Οικονομίδη, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2003, με την παρουσία και της γραμματέως Δήμητρας Φαραγγά, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουνίου 1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3248/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9630/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Οκτωβρίου 2001 αίτησή του.Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Οικονομίδης ανέγνωσε την από 14 Νοεμβρίου 2002 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με την οποία, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, προκύπτει ότι δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο και συνεπώς και στο ένδικο μέσο της εφέσεως οι αποφάσεις που εκδίδονται επί διαφορών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704-738 Κ.Πολ.Δ., ακόμη δε και επί διαφορών που έχουν ως αντικείμενο τη λήψη μέτρων ρυθμιστικών καταστάσεως, τα οποία εξομοιώνονται προς ασφαλιστικά μέτρα (Ολ. ΑΠ 754/86). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα εκτελείται κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 702 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διαφορές που αφορούν την εκτέλεση αποφάσεως που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα ή ανακαλεί ολικά ή εν μέρει απόφαση γι' αυτά δικάζονται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 686 επομ. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεως που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι η συντηρητική κατάσχεση κινητών (άρθρ. 707 Κ.Πολ.Δ) και η εκποίηση αυτών λόγω κινδύνου φθοράς ή δυσαναλογίας εξόδων φυλάξεως σε σχέση με την αξία τους (άρθρ. 719 Κ.Πολ.Δ.) δικάζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με συμπληρωματική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 933 επομ. Κ.Πολ.Δ., η δε απόφαση που εκδίδεται επ' αυτής (ανακοπής) δεν προσβάλλεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 702 παρ. 2 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ., με κανένα ένδικο μέσο (ΑΠ 1613/2001) και δη κατά μείζονα λόγο αφού δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα η ίδια η απόφαση για τη συντηρητική κατάσχεση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής :Ο αναιρεσείων, στην από 29.6.1998 ανακοπή του, ισχυρίσθηκε ότι, με την 14.808/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παρασχέθηκε στην αναιρεσίβλητη η άδεια συντηρητικής κατασχέσεως της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς και του…. αυτοκινήτου του, BMW, μέχρι του ποσού των 30.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, κατ' αυτού, ύψους 70.000.000 δραχμών, προερχόμενης από την αναφερόμενη στην εν λόγω απόφαση αιτία. Στις 3.4.1989, με την…..έκθεση συντηρητικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών…..κατασχέθηκε συντηρητικά, σε εκτέλεση της άνω αποφάσεως, το προαναφερόμενο ….. αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος και ορίσθηκε μεσεγγυούχος τούτου ο τρίτος……. Κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η…… απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση του ως άνω συντηρητικά κατασχεμένου αυτοκινήτου για το λόγο ότι η αξία του μειώνεται συνεχώς εξαιτίας της ακινησίας του, αλλά και διότι η φύλαξή του είναι δαπανηρή σε σχέση με την αξία του. Σε εκτέλεση δε της τελευταίας αυτής αποφάσεως και κατόπιν της από 3.3.1998 εντολής της αναιρεσίβλητης παρά πόδας αντιγράφου αυτής (της αποφάσεως) συντάχθηκε από την ως άνω δικαστική επιμελήτρια η 808/4.3.1998 έκθεση περιγραφής και εκτιμήσεως του συντηρητικά κατασχεμένου αυτοκινήτου, με την οποία εκτιμήθηκε η αξία του στο ποσό των 1.600.000 δραχμών και ορίσθηκε ο πλειστηριασμός τούτου για την 1.7.1998, κατά την οποία και εκπλειστηριάσθηκε με τελευταία υπερθεματίστρια την……, αντί πλειστηριάσματος 1.800.000 δραχμών, συντάχθηκε δε προς τούτο η 15354/1-7-1998 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών……..ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Με βάση αυτά, ζήτησε ο αναιρεσείων, με την ανακοπή του, για τους σε αυτήν αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση των σχετικών με την αναγκαστική εκτέλεση ως άνω διαδικαστικών πράξεων και δη α) της 808/4.3.1998 εκθέσεως περιγραφής και εκτιμήσεως του συντηρητικά κατασχεμένου αυτοκινήτου, β) της από 1.7.1998 εκθέσεως αναγκαστικής εκποιήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου, γ) της από 3.3.1998 γραπτής εντολής της αναιρεσίβλητης παρά πόδας αντιγράφου της 22068/1994 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) της 383/3.4.1989 εκθέσεως συντηρητικής κατασχέσεως του ίδιου αυτοκινήτου. Επί της ανακοπής αυτής, που εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ. Κ.Πολ.Δ.), αφού επρόκειτο για διαφορά περί την εκτέλεση αποφάσεως που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα (άρθρ. 702 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εκδόθηκε η 3248/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της άνω αποφάσεως απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η εκκληθείσα απόφαση, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεως που είχε διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, ήταν ανέκκλητη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και γι' αυτό ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 14 μοναδικός λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών