Άκαιρη, ή καταχρηστική, καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 163/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άκαιρη, ή καταχρηστική, καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

Στην περίπτωση της λύσης παρέχεται στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 163/2011

Απόσπασμα…… Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1995 και312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος αυτού - οι οποίες εφαρμόζονται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ 2) – εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (ΑΠ. 797/1975). Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη. Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 Εισ.Ν.ΑΚ 3, Α.Π. 139/2006 Α.Π. 812/1991 και 887/1974), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας. Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ.ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Ειδικότερα, στις εφαρμοζόμενες και εν προκειμένω διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 8 του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ/τος 312/1995 ορίζονται τα εξής: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων" (παρ. 8). Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ. Η πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίστανται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Ακολούθως, κατά το άρθρο 725 ΑΚ, λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της από μέρους του εντολέα, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας. Το δικαίωμα δε του εντολέα προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω όμως της φύσεως της συμβάσεως εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής. Το ίδιο δε δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρθρο 723 ΑΚ) αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 887/1974). Έτσι, στην περίπτωση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως αυτό κατά τα προεκτεθέντα ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σ' αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της συμβάσεως, αφού εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών