Ένορκες βεβαιώσεις στην τακτική διαδικασία. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  747/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην τακτική διαδικασία οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ή προξένου, λαμβάνονται υπ όψιν το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Αν δόθηκαν περισσότερες των τριών το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν μόνο τις τρεις πρώτες. 

Αν το δικαστήριο λάβει υπ όψιν ένορκες βεβαιώσεις πέραν των τριών πρώτων  υποπίπτει στις πλημμέλειες της λήψης υπ όψιν μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων.

Ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, το δικαστήριο την συνεκτιμά ελεύθερα, χωρίς να δεσμεύεται από ειδική διάταξη νόμου ως  προς την αποδεικτική της δύναμη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  747/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4360/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1224/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 16-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 235 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμ. 11 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τον λόγο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τις με αριθμούς 3405/2002, 1318/2004 και 1319/2004 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες οι τελευταίοι δεν είχαν επικαλεσθεί νομίμως με τις κατατεθείσες ενώπιόν του έγγραφες προτάσεις τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αυτή δεν προέβαλε ισχυρισμό μη νόμιμης επίκλησης των προαναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων. Επειδή, με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Με την διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά. Συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις πέραν των τριών πρώτων, ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. α και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ήτοι της λήψης υπόψη μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εκδόσαν αυτήν Εφετείο Αθηνών για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τις τρεις πρώτες κατά σειρά επικλήσεως εκ των προσκομισθεισών από τους αναιρεσίβλητους έξι (6) ενόρκων βεβαιώσεων, ήτοι τις με αριθμούς 3405/200.. 1318/200.. και 1319/200… ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η βεβαίωση δε του δικαστηρίου περί του ότι οι ανωτέρω ληφθείσες υπόψη ένορκες βεβαιώσεις είναι οι τρεις πρώτες κατά σειρά επικλήσεως ως αναγόμενη στα πράγματα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Έτσι, με το να λάβει υπόψη του το Εφετείο τις ανωτέρω τρεις πρώτες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ήταν επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο, και μη κήρυξαν απαράδεκτο αυτών δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 εδ. α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και απορριπτέοι τυγχάνουν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, όπως ο δεύτερος λόγος εκτιμάται από τους αριθμούς 11 εδ. α' και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (όχι από τους αριθμούς 8 και 9) Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τον νόμο ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων με το να προσδώσει στην υπ' αριθμ. 3405/2002 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης την αποδεικτική δύναμη της ένορκης βεβαίωσης του άρθρου 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο είναι ελεύθερο να συνεκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, χωρίς να δεσμεύεται από ειδική διάταξη νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών (340 ΚπολΔ). Τέλος, αόριστος και συνεπώς απορριπτέος είναι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται απλώς την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του ΚΠολΔ, χωρίς να την συνδέει με συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης.  

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών