Εικονική πώληση ακινήτου και καλυπτόμενη δωρεά.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 6831/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.

Από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση.

Επί προσβολής της σύμβασης πώλησης ως εικονικής δεν έχει σημασία για την περί αυτής κρίση η καταβολή ή μη του τιμήματος, ούτε η μη καταβολή του προσδίδει άνευ ετέρου το χαρακτήρα της εικονικότητας, αφού είναι δυνατόν αυτό να δωρηθεί, αφεθεί ή κατ' άλλον τρόπο αποσβεσθεί, δυναμένου του στοιχείου αυτού, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής βούλησης των συμβληθέντων, να αποτελέσει κατά τις περιστάσεις τεκμήριο περί της εικονικότητας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 6831/2004

Απόσπασμα……Περαιτέρω, κατά το άρθρο 138 παρ.1 ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δεν την παρ.2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέλη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ.1, 369 και 498 παρ.1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλ' αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονόητα από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος. Διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν (ΟλΑΠ 36/1998 ΕλλΔνη 40, 40). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 513 και 369 ΑΚ, προκύπτει ότι δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης εάν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιόν τρόπο το συμφωνηθέν τίμημα και ότι επί προσβολής της σύμβασης πώλησης ως εικονικής δεν έχει σημασία για την περί αυτής κρίση η καταβολή ή μη του τιμήματος, ούτε η μη καταβολή του προσδίδει άνευ ετέρου το χαρακτήρα της εικονικότητας, αφού είναι δυνατόν αυτό να δωρηθεί, αφεθεί ή κατ' άλλον τρόπο αποσβεσθεί, δυναμένου του στοιχείου αυτού, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής βούλησης των συμβληθέντων, να αποτελέσει κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας (ΑΠ 253/1992 ΕλλΔνη 34, 1312). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαίτησης αποτελεί η παροχή η αιτία για την οποία έγινε καθώς και η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή η λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη (ΕφΠειρ 532/1995 ΕλλΔνη 37, 1159).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών