Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δασάρχη. Ανακοπή άρθρου 61 Δασικού Κώδικα. Ανακοπή άρθρου 583 ΚΠολΔ.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ  52/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά του επιχειρούvτος, εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, ή οποιαδήποτε άλλη διακατoχική πράξη σε δημόσια, δημοτικά, κοινοτικά, μοναστηριακά, ή ανήκοντα σε ιδρύματα εν γένει δασών, αναδασωτέων εκτάσεων, χορτολιβαδικών εδαφών και ασχέτως του χρόνου κατά τον οποίον αυτές οι πράξεις επιχειρήθηκαν, συντάσσεται και κοινοποιείται από τον αρμόδιο Διευθυντή Δασών, ή Δασάρχη πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Με το πρωτόκολλο, προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και χορτολιβαδικών εδαφών, βεβαιούνται από τον Διευθυντή Δασών, ή τον Δασάρχη και υπέρ του κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, η τυχόν επελθούσα σε βάρος του Δημοσίου ζημία, το ποσό αποκατάστασης αυτής, καθώς και το ποσόν αποζημίωσης χρήσης.

Το πρωτόκολλο καθίσταται οριστικό και θεωρείται ότι ο καθ ου το απεδέχθη, εάν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση αυτού, μη παρατεινόμενης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως, δεν ασκήσει ανακοπή κατά αυτού.

Η κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ανακοπή ασκείται κατά του Δημοσίου και κατά των νομικών προσώπων στα οποία ανήκει η έκταση, στην οποία επιχειρείται η παράνομη ενέργεια, απευθύνεται δε ενώπιον του αρμόδιου λόγω του τόπου του ακινήτου Ειρηνοδικείου.

Για την προδικασία και την εκδίκαση της ανακοπής έχει εφαρμογή η ειδική διαδικασία των άρθρων 727 έως 747 του ΚΠολΔ.

Κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση απευθυνόμενη ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Έφεση ασκείται κατά τις κοινές διατάξεις εντός 30ημερου προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν χωρεί ένδικο μέσο.

Η επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη εκδιδόμενη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου συνιστά προσωρινό δεδικασμένο και δεν επιτρέπεται να καταστεί και πάλι επίδικο κατά τη ίδια διαδικασία το προσωρινά τελεσίδικα κριθέν δικαίωμα και να αμφισβητηθεί η περί αυτού αξίωση μέχρι την ανατροπή του δεδικασμένου αυτού σε περίπτωση αμφισβήτησης του δικαιώματος του Δημοσίου στην περί τούτου δίκη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται και η προ της έναρξης της εκτέλεσης ασκούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ ανακοπή του οφειλέτη κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης και του νόμιμου τίτλου ενώπιον των αρμόδιων καθ' ύλη πολιτικών δικαστηρίων.

Στην άσκηση της ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ μπορεί να προβεί ο αποβληθείς δυνάμει του επίδικου πρωτοκόλλου. Η ανακοπή αυτή είναι αυτοτελής έναντι της ανακοπής του άρθρου 61 παρ. 1 Δασικού Κώδικα και εισάγεται και εκδικάζεται ενώπιον των καθ' ύλη λόγω ποσού Δικαστηρίων. Προθεσμία προς άσκηση της δεν υπάρχει και συνεπώς μόνο περί της εικοσαετούς παραγραφής δύναται να γίνει λόγος.

Η ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ απευθύνεται κατά των ίδιων προσώπων κατά των οποίων απευθύνεται και η από το άρθρο 61 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα ανακοπή και κοινοποιείται στο ταμείο γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών.

Αίτημα της ανακοπής αυτής είναι η ακύρωση του πρωτοκόλλου ως προς την βεβαιωθείσα σε βάρος του αποβληθέvτος αποζημίωση, ή η μείωσή της, χωρίς να απαιτείται ο ανακόπτων να επικαλεστεί κυριότητα επί του ακινήτου. 

Επειδή το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής είναι πράξη διοικητικού οργάνου, η οποία χρήζει αιτιολογίας, αν στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο τα κριτήρια και ο τρόπος με τον οποίο καθορίστηκε η σε βάρος του αποβληθέvτος αποζημίωση, το πρωτόκολλο  είναι αόριστο και ακυρωτέο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ  52/2001

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Πρωτοδίκη, την οποία έχει ορίσει η Πρόεδρος και από το γραμματέα Σταύρο Λαμπριανό. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12.10.2000 για να δικάσει την από 26.3.1999 και με αριθμό κατάθεσης 138/29.3.1999 ανακοπή: Για τη συζήτηση της ανακοπής, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 13.1.2000, ορίστηκε η παραπάνω δικάσιμος, κατά την οποία, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.  Ο πληρεξούσιος του ανακόπτοντος προσκόμισε το με αριθμό 90813/19.10.2000 γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του Δικηγορικού συλλόγου Ρόδου.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 61 παρ. 1, 2, 3 εδ. α', 4 και 7 του Ν.Δ. 86/1969, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 2 του Ν.Δ. 996/1971 "Κατά του επιχειρούvτος, εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη διακατoχική πράξη σε δημόσια, δημοτικά, κοινοτικά, μοναστηριακά ή ανήκοντα σε ιδρύματα εν γένει δασών, αναδασωτέων εκτάσεων, χορτολιβαδικών εδαφών και ασχέτως του χρόνου κατά τον οποίον αυτές οι πράξεις επιχειρήθηκαν, συντάσσεται και κοινοποιείται από τον αρμόδιο Διευθυντή Δασών ή Δασάρχη πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Με το πρωτόκολλο, προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και χορτολοβαδικών εδαφών βεβαιούνται από τον Διευθυντή Δασών η τον Δασάρχη και υπέρ του κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, η τυχόν επελθούσα σε βάρος του Δημοσίου ζημία, το ποσό αποκαταστάσεως αυτής καθώς και το ποσόν αποζημίωσης χρήσεως. Το πρωτόκολλο καθίσταται οριστικό και θεωρείται ότι ο καθού το απεδέχθη, εάν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση αυτού, μη παρατεινόμενης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως, δεν ασκήσει ανακοπή κατά αυτού. Η κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ανακοπή ασκείται κατά του Δημοσίου και κατά των εν τη παρ. 1 του παρόντος νόμου νομικών προσώπων, εις τα οποία ανήκει η έκταση, στην οποία επιχειρείται η παράνομη ενέργεια, απευθύνεται δε ενώπιον του αρμόδιου λόγω του τόπου του ακινήτου Ειρηνοδικείου. Για την προδικασία και την εκδίκαση της ανακοπής έχει εφαρμογή η ειδική διαδικασία των άρθρων 727 έως 747 του Κ.Πολ.Δ. (α.ν. 44/1967). Κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση απευθυνόμενη ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, μη επιτρεπόμενης παραπομπής της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Εφεση ασκείται κατά τις κοινές διατάξεις εντός 30ημερου προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν χωρεί ένδικο μέσο. Η κατά την διαδικασία του άρθρου τούτου απόφαση δεν εμποδίζει την επιδίωξη των εκατέρων δικαιωμάτων κατά την τακτική διαδικασία.Το επί της ανακοπής δικάζον Ειρηνοδικείο και κατ' έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο αποφαίνεται με την ίδια απόφαση και για την τυχόν επιβληθείσα αποζημίωση χρήσης". Από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 683 έως 703 ΚΠολΔ (αντίστοιχων των άρθρων 727-747 του α.ν. 44/670 του άρθρου 73 παρ. 1 Ν.Δ. 356/1974, του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" και των άρθρων 583 έως 585 του Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη εκδιδόμενη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου συνιστά προσωρινό του δεδικασμένο, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται να καταστεί και πάλι επίδικο κατά τη ίδια διαδικασία το προσωρινά τελεσίδικα κριθέν δικαίωμα και να αμφισβητηθεί η περί αυτού αξίωση μέχρι την ανατροπή του δεδικασμένου αυτού σε περίπτωση αμφισβήτησης του δικαιώματος του Δημοσίου στην περί τούτου δίκη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία (πρβλ. Τζίφρας Ασφ. Μέτρα εκδ.Β σελ.595 και 597 Ν. Αποστολόπουλος Δ 1 σελ. 354,) κατά την οποία δικάζεται και η προ της έναρξης της εκτέλεσης ασκούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ ανακοπή του οφειλέτη κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης και του νόμιμου τίτλου ενώπιον των αρμόδιων καθ' ύλη πολιτικών δικαστηρίων. (βλ. Α.Π. 639/1989 ΝοΒ 1990.987, ΕφΑθ 1353/1987 Δ/νη 1988.314).  Περαιτέρω, στην άσκηση της άνω ανακοπής (άρθρου 583 ΚΠολΔ) μπορεί να προβεί ο αποβληθείς δυνάμει του επίδικου πρωτοκόλλου. Η άνω ανακοπή είναι αυτοτελής έναντι της ανακοπής του άρθρου 61 παρ. 1 Δασικού Κώδικα εισάγεται δε και εκδικάζεται ενώπιον των καθ' ύλη λόγω ποσού Δικαστηρίων. Προθεσμία προς άσκηση της δεν υπάρχει και συνεπώς μόνο περί της εικοσαετούς παραγραφής δύναται να γίνει λόγος. Η άνω ανακοπή απευθύνεται κατά των ίδιων προσώπων κατά των οποίων απευθύνεται και η εκ του άρθρου 61 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα και κοινοποιείται στο ταμείο γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών. Αίτημα της ανακοπής θα είναι η ακύρωση του πρωτοκόλλου ως προς την βεβαιωθείσα σε βάρος του αποβληθέvτος αποζημίωση και για τα δύο της κονδύλια, ή η μείωσή της, χωρίς να απαιτείται ο ανακόπτων να επικαλεστεί κυριότητα επί του ακινήτου (βλ. Δημ. Τσάκαλου, Ανακοπή κατά πρωτοκόλλου αποζημιώσεως Δασάρχου ΝοΒ 28 σελ. 1849 επ). Με την κρινόμενη ανακοπή του ο ανακόπτων στρέφεται κατά του με αριθμό ……πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου με το οποίο αποβάλλεται από την δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 16.000 τ.μ. κείμενης στη θέση ……., περιφέρειας Κοινότητας …….., εντός της κτηματολογικής μερίδας 5.000 γαιών …….. και ζητεί για τους λόγους που σε αυτήν αναφέρει, την ακύρωσή του κατά τις διατάξεις του οι οποίες αφορούν την καταβολή αποζημίωσης στο Δημόσιο για την διακατοχή της επίδικης έκτασης ποσού 1.500.800 δραχμών και την αποζημίωση του Δημοσίου λόγω της παράνομης χρήσης της άνω έκτασης ποσού 100.000 δραχμών, άλλως την μείωση των άνω ποσών και την καταδίκη του καθού στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη ανακοπή αρμοδίως και παραδεκτώς (αρθ. 7, 9, 14 παρ. 4 ΚΠολΔ) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας και τις διατάξεις των άρθρων 583-585 Κ.Πολ.Δ. Ορθώς δε στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου καθώς ενεργητικά νομιμοποιούμενος στην άσκηση της άνω ανακοπής είναι ο αποβληθείς βάσει του πρωτοκόλλου και παθητικά νομιμοποιούμενα διάδικοι στην άνω ανακοπή είναι το Δημόσιο, (παθητικά νομιμοποιούμενο και στην ανακοπή του άρθρου 61 παρ. 2 Δασικού Κώδικα), έχει δε κοινοποιηθεί στον Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου (βλ. με αριθμό…….έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Ρόδου ……..). Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο ισχυρισμός του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποίησης. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί υπάρξεως δεδικασμένου επί της επίδικης διαφοράς, καθώς όπως προαναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η ύπαρξη αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, η οποία μάλιστα δεν έχει κρίνει την ουσία της διαφοράς παράγει μόνο προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο δεν εμποδίζει την εκ νέου δικαστική κρίση της διαφοράς με την τακτική διαδικασία. Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο ανακοπής του ισχυρίζεται ότι το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο πρέπει να ακυρωθεί ως προς τις περί αποζημιώσεως διατάξεις του καθώς δεν έπρεπε να στρέφεται κατά του ιδίου αλλά κατά του πατέρα του, ο οποίος ήδη από το 1955 καλλιεργεί το επίδικο. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα……..., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, και από τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκομίζει ο ανακόπτων προέκυψε ότι την επίδικη έκταση καλλιεργούσαν τόσο ο …… όσο και ο ανακόπτων βλ. επί λέξει κατάθεση «με σιτηρά το καλλιεργούσε και ο πατέρας του και ο γιος και ο οποίος έχει και τρακτέρ». Τα δε έγγραφα με τα οποία ο πατέρας του ανακόπτοντος έχει προβεί σε υπεύθυνη δήλωση ότι ο ίδιος καλλιεργούσε την έκταση για τον οποίο εκδόθηκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο (βλ. το από……. έγγραφο της κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου), δεν αποκλείει την συμμετοχή του ανακόπτοντος στην άνω εκχέρσωση.  Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η άνω έκταση καλλιεργούνταν πριν το 1993 καθώς τόσο η υπεύθυνη δήλωση του πατέρα του ανακόπτοντος ότι καλλιεργεί το επίδικο, (βλ. το με αριθμό…..… έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου), όσο και η τοπογράφησή του από την τοπογράφο μηχανικό ……. έγιναν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του Φεβρουαρίου 1993. Περαιτέρω ούτε η κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος απλά αναφέρει ότι το επίδικο καλλιεργήθηκε όχι από το 1993 αλλά από πολύ παλιά μπορεί να κριθεί πειστική στο σημείο αυτό καθώς δεν καθορίζει ακριβή χρόνο κατά τον οποίο έγινε η εκχέρσωση του επίδικου. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του ο άνω λόγος ανακοπής. Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση δεν ήταν δάσος αλλά πάντοτε καλλιεργήσιμη έκταση. Ο άνω λόγος ανακοπής είναι νόμιμος και παραδεκτά προβάλλεται καθώς ο ανακόπτων μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση ως άκυρης της βεβαιούμενης με το πρωτόκολλο αποζημίωσης, λόγω του γεγονότος ότι ο χαρακτήρας της εκτάσεως από την οποία απεβλήθη δεν είναι δάσος (ΕφΑθ 1353/1987 Δ/νη 1988.314). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979 «ως δασική έκταση νοείται κάθε έκταση της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη από αραιές ή πενιχρές υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαστάσεως» Σύμφωνα με την από 11.1.1994 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου ……….προκύπτει ότι η επίδικη έκταση καλυπτόταν από σχίνα σε ποσοστό 20% περίπου και από φρύγανα σε ποσοστό 15% περίπου και η υπόλοιπη ήταν γυμνή από βλάστηση, καθώς παλαιότερα είχε καεί λόγω πυρκαϊάς και δεν αναδασώθηκε ούτε αποκαταστάθηκε η βλάστηση που πριν την πυρκαϊά ανερχόταν στο 40% του εδάφους, λόγω δυσμενών εδαφολογικών συνθηκών. Εξάλλου η άνω έκταση φέρεται να συνορεύει ανατολικά με δασική έκταση, δυτικά με αγροτική οδό, βόρεια με δασική έκταση και νότια με δασική έκταση και αγρό. Από το κείμενο του νόμου προκύπτει ότι η αραιή βλάστηση δεν είναι στοιχείο το οποίο να αναιρεί τον χαρακτήρα μιας έκτασης ως δασικής με αποτέλεσμα η κάλυψη του εδάφους και κατά το 20% από σχίνα να επαρκεί για τον άνω χαρακτηρισμό. Εξάλλου και από τον χαρακτήρα των εκτάσεων οι οποίες συνορεύουν με την επίδικη έκταση γίνεται φανερός ο δασικός της χαρακτήρας καθώς ανατολικά, βόρεια και εν μέρει νότια αυτή συνορεύει με δασική έκταση. Περαιτέρω, οι φωτογραφίες οι οποίες προσκομίσθηκαν στο ακροατήριο δεν φέρουν χρονολογία και συνεπώς δεν προκύπτει αν παρουσιάζουν την κατάσταση της έκτασης πριν τον Φεβρoυάριo του 1993 κατά τον οποίο επήλθε η παράνομη εκχέρσωση ή αν έχουν ληφθεί μεταγενέστερα, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει αλλoίωση της μορφής της άνω έκτασης λόγω της καλλιέργειας αυτής.  Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι η άνω έκταση για την οποία εκδόθηκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο δεν ήταν δασική. Με τον τρίτο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο καταλογισμός σε βάρος του ποσού 1.500.800 δραχμών ως αποζημίωση για την ζημία του Δημοσίου και του ποσού των 100.000 δρχ. ως αποζημίωση για την παράνομη χρήση της άνω έκτασης πρέπει να ακυρωθεί πρωτίστως ως αόριστος καθώς δεν αναγράφονται τα στοιχεία σχετικά με το είδος της έκτασης που κατέστρεψε ούτε με ποιό τρόπο και ποιά στοιχεία έγινε ο υπολογισμός της. ζημίας του Δημοσίου. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ούτε ο Δασολόγος……... στην από 14.1.1994 έκθεσή του υπολογίζει σε ποίο ποσό αντιστοιχεί η ζημία του Δημοσίου από την εκχέρσωση της άνω έκτασης αλλά και ούτε στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο γίνεται μια ειδικότερη αναφορά για τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας ούτε και τα άνω έγγραφα συνοδεύονται από κάποιο άλλο έγγραφο από το οποίο να γίνεται φανερός ο τρόπος με τον οποίο η συγκεκριμένη ζημία αποτιμάται στο ποσό του 1.500.800 δραχμών και η αποζημίωση χρήσης του Δημοσίου σε 100.000 δραχμές, με αποτέλεσμα ο ανακόπτων να μην μπορεί να αμυνθεί καθώς δεν ξέρει πως προκύπτει το ποσό το οποίο επιτάσσεται να καταβάλει στο δημόσιο. Εξάλλου, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής είναι πράξη διοικητικού οργάνου, η οποία χρήζει αιτιολογίας. Σύμφωνα με τα άνω, πρέπει τα προσβαλλόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής να ακυρωθεί ως προς τις διατάξεις του που καθορίζουν την αποζημίωση του Δημοσίου καθώς δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο του τα κριτήρια και ο τρόπος με τον οποίο καθόρισε την αιτούμενη αποζημίωσή του στα άνω αναφερθέντα ποσά. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή, να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο και να καταδικαστεί το καθού στην δικαστική δαπάνη του ανακόποντος. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών