Μεταγραφή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης στα βιβλία μεταγραφών. Μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος, ή δασική έκταση.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1330/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση.   Στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου μεταγράφεται και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία. Η παράλειψη της μεταγραφής δεν επιφέρει τη μη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, που αναγνωρίστηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση

Οι μεταγραπτέες πράξεις μεταγράφονται εφ όσον είναι έγκυρες. Αν είναι άκυρες, δεν παράγουν αποτελέσματα και επομένως είναι περιττή η μεταγραφή, αφού αυτή δεν είναι ικανή να θεραπεύσει την ακυρότητα. Ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή άκυρης πράξης. Η άρνηση της μεταγραφής δικαιολογείται μόνο, αν δεν προσκομίζονται τ' αναγκαιούντα σε κάθε περίπτωση έγγραφα, ή αν η ακυρότητα της πράξης είναι τυπικά εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι' αυτή, χωρίς να μπορεί να επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο εγγράφων και να προβεί σε έλεγχο της βασιμότητας του μεταβιβασθέντος ή αναγνωρισθέντος δικαιώματος.

Σε περίπτωση μεταβίβασης κυριότητας, ή οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος, σε δάσος ή δασική έκταση, με αιτία την πώληση, δωρεά ή άλλη πράξη, ο μεταβιβάζων υποχρεούται κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, ή του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στο συμβολαιογράφο υπεύθυνη δήλωση, στην οποία να δηλώνεται ότι το δημόσιο ουδέποτε είχε διεκδικήσει κυριότητα, ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτή και εφόσον είχε εγερθεί τέτοια διεκδίκηση, ή αμφισβήτηση, να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου, είτε με απόφαση Διοίκησης, είτε με απόφαση τελεσίδικη των τακτικών δικαστηρίων. Σε περίπτωση υποβολής από τον μεταβιβάζοντα της δήλωσης, στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση, ή αμφισβήτηση του Δημοσίου, ο συμβολαιογράφος είναι υποχρεωμένος να μη συντάξει το συμβόλαιο.

Με δήλωση αυτή δεν μπορεί ο μεταγραφοφύλακας να αρνηθεί τη μεταγραφή, μπορεί όμως να ελέγξει την ακρίβεια της δήλωσης με διασταύρωσή της με το αρχείο άλλων υπηρεσιών (π.χ αρμόδιων δασικών), ώστε το Δημόσιο να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματά του με τριτανακοπή κατά της τελεσίδικης απόφασης, ή άσκηση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως δάσους. Ο μεταγραφοφύλακας δεν μπορεί να υποχρεώσει τον αιτούντα τη μεταγραφή, να του προσκομίσει από οικεία δασική αρχή πιστοποιητικό για το δασικό ή όχι χαρακτήρα του ακινήτου και να αρνηθεί τη μεταγραφή, εάν δεν του προσκομίζεται τέτοιο πιστοποιητικό.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1330/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.06.2002 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 347/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 08.03.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 30.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της προσβαλλόμενης με αριθμό 4/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Τα επιχειρήματα όμως του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή εναπάρκεια. Εξ' άλλου με την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2298/1995 προστέθηκε στο άρθρο 1192 του ΑΚ εδάφιο 5 που έχει ως εξής: Μεταγράφονται "5. Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο που έχουν κτηθεί με έκτακτη χρησικτησία", ενώ με την § 2 του ίδιου άρθρου η φράση στο άρθρο 1198 του ίδιου κώδικα, χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται κατά τα άρθρα 1192 και 1193" αντικαταστάθηκε με τη φράση "χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 εδάφια 1 έως 4 και 1193", Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου μεταγράφεται, μεταξύ άλλων, περιοριστικώς στο άρθρο 1192 ΑΚ αναφερόμενων περιπτώσεων, και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, η παράλειψη όμως της μεταγραφής δεν επιφέρει τη μη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου που αναγνωρίστηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. (ΑΠ 399/2006). Η μεταγραφή συνίσταται στην καταχώρηση περίληψης της μεταγραπτέας πράξης στο βιβλίο μεταγραφών, κατά χρονολογική σειρά προσαγωγής. Η περίληψη περιέχει τα κύρια γνωρίσματα της πράξης. Η καταχώρηση βεβαιώνεται και στο έγγραφο που μεταγράφεται, το οποίο και φυλάγεται στο γραφείο μεταγραφών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 του β.δ. 533/1963 περί εκτέλεσης του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1961, σε περίπτωση υλικής ή τοπικής αναρμοδιότητας του υποθηκοφύλακα, σχετικά με τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, όπως επίσης όταν δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή του ακινήτου, καθώς καιόταν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούν τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, ο υποθηκοφύλακας πρέπει να απορρίψει την αίτηση που του υποβλήθηκε με αιτιολογημένη πράξη που καταχωρίζεται πάνω στην αίτηση και να ειδοποιήσει σχετικώς τον αιτούντα για να του παραδώσει τα συνημμένα έγγραφα. Σύμφωνα δε με το αρθ. 791 § 1 του ΚΠολΔ: "όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι' αυτές, αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνηση του και τους λόγους της", ενώ σύμφωνα με την § 2 του ίδιου άρθρου: "Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον". Οι μεταγραπτέες πράξεις μεταγράφονται, εφόσον είναι έγκυρες. Αν είναι άκυρες, δεν παράγουν αποτελέσματα και επομένως είναι περιττή η μεταγραφή, αφού αυτή δεν είναι ικανή να θεραπεύσει την ακυρότητα. Μόνο με τη μεταγραφή δεν επέρχεται η εμπράγματη μεταβολή. Άκυρη δικαιοπραξία και αν ακόμη μεταγραφεί, παραμένει άκυρη και επομένως δεν παράγει τα αποτελέσματα, της (αρθ. 180 ΑΚ). Έτσι, ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή άκυρης (μεταγραπτέας κατ' αρχήν) πράξης. Η άρνηση της μεταγραφής πάντως δικαιολογείται μόνο αν δεν προσκομίζονται τ' αναγκαιούντα σε κάθε περίπτωση έγγραφα, ή αν η ακυρότητα της πράξης είναι τυπικά εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι'αυτή χωρίς να μπορεί να επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο εγγράφων και να προβεί σε έλεγχο της βασιμότητας του μεταβιβασθέντος ή αναγνωρισθέντος δικαιώματος. Εν όψει όμως των διατάξεων των άρθρων 24 παρ.1 και 117 παρ. 3 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του αμετάβλητου της μορφής και του χαρακτήρα των δασών και των δασικών εκτάσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών, ανατίθενται στους μεταγραφοφύλακες (όπως και στους συμβολαιογράφους) πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις για να μην επέρχονται κατά τις μεταβιβάσεις ανεπίτρεπτες και ποινικά αξιόλογες καταπατήσεις δημοσίων δασών δασικών εκτάσεων με εικονικές ή απατηλές μεταβιβάσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες δεν συμμετείχε το δημόσιο (άρθρο 280 παρ.1 του ΝΔ 86/1969, όπως ισχύει εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ΝΔ 996/1971) ή ανεπίτρεπτες κατατμήσεις ιδιωτικών δασικών εκτάσεων ερήμην του Δημοσίου. Οι υποχρεώσεις αυτές καθιερώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ.1 και 280 παρ.3 του δασικού κώδικα (ΝΔ 86/1969) και 72 παρ.1 έως και 6 του Ν. 998/1979, και έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδιότητα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αυτή οριοθετείται εν προκειμένω από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Ν. 998/1978, όπως ίσχυε προ της τροποποίησης της με το άρθρο 1 του Νόμου 3208/2003 που ισχύει από 24-12-2003 (Φ.Ε.Κ Α' αριθ. 303/24-12-2003 και άρθρο 24 του Νόμου). Ειδικότερα, με το άρθρο 60 παρ.1 του δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969), απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας, είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε με πώληση, είτε με οποιαδήποτε άλλη πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, κάθε πράξη από την οποία επέρχεται κατάτμηση δασικής έκτασης (ΑΠ 314/1992). Από τη διάταξη αυτή, σαφώς συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη απαγόρευση αφορά την κατάτμηση με δικαιοπραξία δασικής ιδιοκτησίας, και δεν εκτείνεται και στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε τμήμα δάσους, αφού κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ αναγκαίος για την έκτακτη χρησικτησία όρος είναι επί εικοσαετία διανοία κυρίου νομή του πράγματος, ανεξάρτητα από το εάν η νομή αποκτήθηκε με έγκυρη ή άκυρη δικαιοπραξία ή και χωρίς αυτή (Ολ. Α.Π. 606/1976, Α.Π. 330/2002). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ.1 έως και 7 του άρθρου 72 του Ν. 998/1979 επί των ιδιωτικών δασών και των δασικών εκτάσεων πέραν των πενήντα στρεμμάτων, των οποίων οι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη μεταβίβαση προς τρίτους με πώληση, το Δημόσιο έχει δικαίωμα προτίμησης με ίσους όρους για την αγορά τους. Από τις διατάξεις αυτές, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται ακυρωσία της μεταβίβασης, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 στοιχ. ε' στ' και 2 παρ. 4, 5 του π.δ. 137/1981, που έχει εκδοθεί βάσει εξουσιοδότησης από την παρ.7 του άρθ. 72 του Ν. 998/1979, προκύπτει ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση του ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης για γνωστοποίηση στο Δημόσιο της πρόθεσής του πώλησης σε τρίτο, προϋποθέτει μεταβιβαζόμενη έκταση πέραν των πενήντα στρεμμάτων, αλλά και συμφωνημένο ήδη με ορισμένο υποψήφιο αγοραστή έστω και ατύπως τίμημα, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην περίπτωση τελεσίδικης αναγνώρισης με δικαστική απόφαση της κυριότητας ακινήτου που αποκτήθηκε για έκτακτη χρησικτησία όπου ελλείπει αυτοτελώς το τίμημα (π.ρ.β.λ. Α.Π. 1958/1980). Τέλος, από τη διάταξη του αρθ. 280 § 3 του δασικού κώδικα, που ορίζει ότι σε περίπτωση μεταβίβασης κυριότητας ή οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση, με αιτία την πώληση, δωρεά ή άλλη πράξη, ο μεταβιβάζων υποχρεούται κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στο συμβολαιογράφο, που υποχρεούται να κάνει μνεία στο συμβόλαιο, δήλωση του ν.δ. 105/1969 (και ήδη του άρθρου 8 του Νόμου 1599/1986), στην οποία να δηλώνεται ότι το δημόσιο ουδέποτε είχε διεκδικήσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτή και εφόσον είχε εγερθεί τέτοια διεκδίκηση ή αμφισβήτηση να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου είτε με απόφαση Διοίκησης είτε, με απόφαση τελεσίδικη των τακτικών δικαστηρίων και ότι σε περίπτωση υποβολής από τον μεταβιβάζοντα δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση του Δημοσίου ο συμβολαιογράφος είναι υποχρεωμένος να μη συντάξει το συμβόλαιο με απειλή ποινικής κύρωσης, προκύπτει ότι είναι άκυρη (άρθ. 174 ΑΚ) η μεταβίβαση δάσους ή δασικής έκτασης χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη, δηλαδή χωρίς την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης. Η διάταξη αυτή εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού της από τις προαναφερθείσες Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 και 117 παρ.3 του Συντάγματος και 280 παρ.1 του Ν.Δ. 86/1969, αλλά και για την αποφυγή δημιουργίας εικονικών ερήμην δικών για ανύπαρκτα δικαιώματα επί δασών ή δασικών εκτάσεων είναι εφαρμοστέα κατά διασταλτική ερμηνεία, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην μεταγραφή τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης για την κτήση δικαιώματος κυριότητας σε ακίνητο δασικού χαρακτήρα με έκτακτη χρησικτησία, αφού άλλωστε η τελευταία εξομοιώνεται και φορολογικά με την εκποιητική δικαιοπραξία, και απαιτείται για τη μεταγραφή της τελεσίδικης απόφασης η καταβολή προηγουμένως του αναλογούντος φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αποκτήθηκε με χρησικτησία. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής από τον μεταγραφοφύλακα έχει ως αναγκαία προϋπόθεση, ανεξάρτητα από το εάν περατώθηκε αμετάκλητα η ενδικοφανής διοικητική διαδικασία του αριθ. 14 του ν. 998/1971, ότι από τα υποβαλλόμενα σ' αυτόν σχετικά έγγραφα, που συνοδεύουν την αίτηση μεταγραφής (π.χ. απόφαση ή τοπογραφικό διάγραμμα), προκύπτει σαφώς ότι το ακίνητο που αφορά η προς μεταγραφή απόφαση είναι δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, (όπως εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση), ή ότι το ίδιο ακίνητο κατά τη μία πλευρά του τουλάχιστον, κατά την περιγραφή της δικαστικής απόφασης ή του συνυποβαλλόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, συνορεύει με δάσος ή δασική έκταση. Αλλά και στην περίπτωση που δε συντρέχουν οι προαναφερθείσες περιγραφικές τυπικές προϋποθέσεις, αλλά συντρέχει στο πρόσωπο του μεταγραφοφύλακα ουσιαστική βεβαιότητα για το δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, προερχόμενη από προσωπική του γνώση των συνθηκών της περιοχής του ακινήτου, που μπορεί να συνδυάζεται και με τη μεταγραφή από αυτόν στο παρελθόν άλλων συμβολαίων ή αποφάσεων της ίδιας περιοχής, και πάλι ο μεταγραφοφύλακας είναι υποχρεωμένος στο πλαίσιο των διαγραφομένων πιο πάνω υποχρεώσεών του να μη μεταγράψει την απόφαση χωρίς την τήρηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, δηλαδή την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης. Εφ' όσον δε προσκομισθεί τελικά από τον ενδιαφερόμενο για τη μεταγραφή η δήλωση αυτή, δεν μπορεί ο μεταγραφοφύλακας να αρνηθεί πλέον τη μεταγραφή, μπορεί όμως, ως περιλαμβανόμενος στις υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, να ελέγξει την ακρίβεια της δήλωσης με διασταύρωσή της, με το αρχείο άλλων υπηρεσιών (π.χ αρμόδιων δασικών), με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του Νόμου 1599/1986, ώστε το Δημόσιο να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματά του με τριτανακοπή κατά της τελεσίδικης απόφασης ή άσκηση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως δάσους. Από καμία όμως από τις διατάξεις του προαναφέρθηκαν δεν προκύπτει ότι ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να υποχρεώσει τον αιτούντα τη μεταγραφή να του προσκομίσει από οικεία δασική αρχή πιστοποιητικό για το δασικό ή όχι χαρακτήρα του ακινήτου, και να αρνείται τη μεταγραφή εάν δεν του προσκομίζεται από τον αιτούντα τέτοιο πιστοποιητικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας) έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: " Με την υπ' αριθμ. 396/2000 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε ερήμην των τότε εναγομένων.... και......, ο τότε ενάγων….αναγνωρίσθηκε κύριος ακινήτου το οποίο βρίσκεται στη θέση ...... της τέως κοινότητος ..... Ν. Ευβοίας, επιφανείας 4.809,21 τ.μ. Επειδή, η απόφαση αφορούσε την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ο άνω ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με αίτησή του στον υποθηκοφύλακα .....Χαλκίδος, ήδη εκκαλούντα, ζήτησε τη μεταγραφή της, ο τελευταίος όμως αρνήθηκε να προβεί στη μεταγραφή με το υπ' αριθ. ..... έγγραφό του, επικαλούμενος τις προαναφερόμενες διατάξεις του Δασικού Κώδικος (άρθρα 60 παρ.1, 280 παρ.1 και 3) 72 παρ.2, 3, 4, 5, 6 του Ν.998/1979) ζήτησε δε ο υποθηκοφύλακας προκειμένου να προβεί στην άνω πράξη της μεταγραφής να προσκομίσει ο τότε ενάγων πιστοποιητικό του Δασαρχείου Λίμνης που να βεβαιώνει για το Δασικό ή μη χαρακτήρα της άνω εκτάσεως. Η άρνηση του προαναφερόμενου υποθηκοφύλακα έγινε στο πλαίσιο των προσθέτων τυπικών υποχρεώσεών του, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, προκειμένου να μη καταπατηθούν δημόσιες Δασικές εκτάσεις ή να μη κατατμηθούν ιδιωτικές δασικές εκτάσεις. Ας σημειωθεί ότι είναι ευχερής η έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού από το αρμόδιο Δασαρχείο Λίμνης Ευβοίας εκ μέρους του εφεσίβλητου αιτούντος, ή δε άρνησή του να προσκομίσει στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα το άνω πιστοποιητικό εμβάλλει εις υπονοία καταστρατηγήσεως από αυτόν των ως άνω διατάξεων. Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχθηκε την αίτηση και υποχρέωσε τον εκκαλούντα υποθηκοφύλακα...... Χαλκίδας να προβεί στην πράξη μεταγραφής της άνω αποφάσεως έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης ως και κατ' ουσίαν βάσιμος". Το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου μεταγραφοφύλακα, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αίτηση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, και είχε διαταχθεί ο αναιρεσίβλητος να μεταγράψει την υπέρ του αναιρεσείοντος αναγνωριστικής κυριότητας απόφαση, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 60 παρ.1 του Ν.Δ. 86/1969 και 72 παρ.1 έως και 7 του Ν. 998/1979, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, με τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων ζητούσε τη μεταγραφή της υπέρ αυτού εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης για την αναγνώριση της κυριότητάς του σε ακίνητο αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, το οποίο (ακίνητο) δεν ήταν κατά τις παραδοχές της απόφασης δάσος, αλλά ούτε και δασική έκταση ούτε άνω των 50 στρεμμάτων ούτε μπορούσε να υπαχθεί στην έννοια της κατατμηθείσας ιδιοκτησίας του αρθ. 60 παρ.1 του Ν.Δ. 86/1969 κατά τα προαναφερθέντα. Εξ άλλου το Εφετείο με τις ίδιες παραδοχές του, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 280 παρ.1 και 3 του Ν.Δ. 85/1989, καθόσον τα ίδια ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούσαν το αίτημα του αναιρεσίβλητου μεταγραφοφύλακα στο να προσκομίσει ο ίδιος ο αναιρεσείων πιστοποιητικό της αρμόδιας δασικής αρχής για το δασικό ή όχι χαρακτήρα του ακινήτου που αφορούσε η προς μεταγραφή απόφαση, ούτε την προβληθείσα άρνηση του μεταγραφοφύλακα για τη διενέργεια της αιτούμενης μεταγραφής, και την παραδοχή της έφεσής του και την απόρριψη της αίτησης του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων για τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της αναίρεσης. Από το ίδιο πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. "Ας σημειωθεί ότι είναι ευχερής η έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού από το Δασαρχείο Λίμνης εκ μέρους του εφεσίβλητου αιτούντος, η δε άρνηση του να προσκομίσει στο αρμόδιο Υποθ/κα το ως άνω πιστοποιητικό συμβάλλει εις υπόνοια καταστρατηγήσεως από αυτόν των ως άνω διατάξεων" προκύπτει ότι η περικοπή αυτή αφορά επιχείρημα του δικαστηρίου, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, και δεν συνιστά παραδοχή επί τη βάσει της οποίας διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης, ούτε αιτιολογία που να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. ΙΙ. Η ίδια πιο πάνω περικοπή της προσβαλλόμενης απόφασης "ότι ήταν ευχερής η προσκόμιση του πιστοποιητικού", δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνοντας αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.772/2006, 575/1978). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος μεταγραφοφύλακας δικαιολογημένα αρνήθηκε την ένδικη μεταγραφή, αφού ο αναιρεσείων δεν του προσκόμισε το πιστοποιητικό της αρμόδιας δασικής αρχής για το δασικό ή όχι χαρακτήρα του ακινήτου που αφορούσε η απόφαση. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ούτε έκρινε ότι το ακίνητο που αφορούσε η προς μεταγραφή απόφαση ήταν δάσος, και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) προκειμένου τούτο να ερευνήσει εάν συνέτρεχαν σύμφωνα με τα παραπάνω οι απαιτούμενες προϋποθέσεις της αιτηθείσας μεταγραφής, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υποβολή της εις το σκεπτικό υπεύθυνης. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών