Σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, ταχυδρομικές υπηρεσίες, ταχυδρομικός πράκτορας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1121/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας η σχέση, που συνδέει τον πράκτορα με τον εντολέα του, είναι αυτή της εντολής και συνεπώς στις  συμβάσεις αυτές έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής.

Η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας δεν προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, ούτε ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη μέρη της και ως εκ τούτου δεν συντρέχον οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή του π.δ 219/1991, για την οποία βασικά κριτήρια είναι η ομοιότητα των καταστάσεων και η διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας.

Ως ταχυδρομικές υπηρεσίες νοούνται, τόσο οι βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, δηλαδή η περισυλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων, όσο και εκείνες οι υπηρεσίες, που δεν ανήκουν στις βασικές και έχουν σχέση κυρίως με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, με διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων.

Ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και με την παροχή εν γένει ταχυδρομικών υπηρεσιών.

Ο ταχυδρομικός πράκτορας ασκεί κατ' επάγγελμα εργασίες που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας, ή επιχείρηση και αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης. Συνήθως παρέχει τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της ταχυδρομικής επιχείρησης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι δυνατό όμως, να προβλεφθεί στη σύμβαση πρακτορείας δικαίωμα του ταχυδρομικού πράκτορα, να ιδρύει καταστήματα στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του.

Ο πράκτορας έχει το δικαίωμα να οργανώνει την επιχείρησή του με πρόσωπα της δικής του επιλογής, να προσλαμβάνει, ή να απολύει εργαζόμενους, χωρίς για τούτο να φέρει κάποια ευθύνη η ταχυδρομική επιχείρηση. Είναι υπεύθυνος για τήρηση των διατάξεων του φορολογικού, κοινωνικοασφαλιστικού και εμπορικού δικαίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1121/2010

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5712/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9032/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από τη από 15-6-3007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 13-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 2 στοιχ. γ και δ' του ν. 2668/1998 ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και με την παροχή εν γένει ταχυδρομικών υπηρεσιών. Ως ταχυδρομικές δε υπηρεσίες νοούνται τόσο βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, δηλαδή η περισυλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων, όσο και εκείνες οι υπηρεσίες που δεν ανήκουν στις βασικές και έχουν σχέση, κυρίως με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, με διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων. Ο ταχυδρομικός πράκτορας ασκεί κατ' επάγγελμα εργασίες που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας (ή επιχείρηση) και αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης. Συνήθως, παρέχει τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της ταχυδρομικής επιχείρησης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι δυνατό όμως να προβλεφθεί στη σύμβαση πρακτορείας δικαίωμα του ταχυδρομικού πράκτορα να ιδρύει καταστήματα στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του. Με στόχο την καλύτερη λειτουργία του ταχυδρομικού πρακτορείου ο πράκτορας έχει το δικαίωμα να οργανώνει την επιχείρησή του με πρόσωπα της δικής του επιλογής, να προσλαμβάνει ή να απολύει εργαζόμενους, χωρίς για τούτο να φέρει κάποια ευθύνη η ταχυδρομική επιχείρηση. Είναι επίσης ο ίδιος υπεύθυνος για τήρηση των διατάξεων του φορολογικού, κοινωνικοασφαλιστικού και εμπορικού δικαίου. Επί της συμβάσεως ταχυδρομικής πρακτορείας, η σχέση που συνδέει τον πράκτορα με τον εντολέα του είναι αυτή της εντολής και συνεπώς επί συμβάσεως αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής. Από τη σύμβαση της ταχυδρομικής πρακτορείας διακρίνεται η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249, 88/1994 και 312/1995. Με την εν λόγω σύμβαση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Π.Δ. 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμηθείας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση, είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Κατά το άρθρο 9 § 1 εδ. α' του ίδιου π.δ/τος ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, η καταβολή δε της αποζημίωσης είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε, ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη... Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση C-85/03 Μαυρωνά και Σία Ο.Ε. κατά Δέλτα Εταιρεία Συμμετοχών Α.Ε., α) η εφαρμογή της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18-12-1986 και επομένως και το ΠΔ 219/1991, που την ενσωμάτωσε, αποσκοπεί στην προστασία μόνο των εμπορικών αντιπροσώπων που περιγράφονται στο άρθρο 1(2) της ως άνω Οδηγίας και του ΠΔ.  Η αναλογική εφαρμογή δεν ερείδεται στο κοινοτικό δίκαιο, αφού ο κοινοτικός νομοθέτης δεν προέβη σε εναρμόνιση της νομοθεσίας των κρατών μελών που διέπει την δραστηριότητα άλλων επαγγελματιών, παρ' εκτός των σαφώς προσδιοριζόμενων στην παραπάνω διάταξη και β) στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ο εθνικός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να θεσπίσει διατάξεις παρεμφερείς ή ανάλογες με την εν λόγω Οδηγία, προκειμένου να ρυθμίσει τις δραστηριότητες και άλλων (παρεμφερών) τύπων επαγγελματιών. Ακόμη, δέχθηκε το ΔΕΚ ότι η ως άνω οδηγία δεν εφαρμόζεται "στα πρόσωπα τα οποία, μολονότι ενεργούν για λογαριασμό τρίτου, ενεργούν παρ' όλα αυτά ιδίω ονόματι" και "ότι η δραστηριότητα προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό τρίτου, αλλά ιδίω ονόματι είναι διαφορετική από τη δραστηριότητα των εμπορικών αντιπροσώπων και τα συμφέροντα και η ανάγκη προστασίας των δύο επαγγελμάτων δεν είναι ίδια". Επίσης, και στην υπόθεση C-449/2001 Αbbey Life Assurance Co Ltd κατά ΚΟΚ Theam Yeap το ΔΕΚ δέχθηκε ότι η ως άνω οδηγία 86/653/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι ανεξάρτητοι μεσάζοντες, με καθήκοντα την πρόταση συνομολογήσεως συμβάσεων ασφαλίσεως προσόδων ή αποταμιεύσεως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Καθίσταται, ως εκ τούτου, σαφές ότι στις συμβάσεις ταχυδρομικής πρακτορείας, που αποτελούν διαμεσολαβητικές συμβάσεις υπηρεσιών, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ευθεία, αλλ' ούτε και για αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, αφού δεν υφίσταται εν προκειμένω κενό και μάλιστα ακούσιο που να δικαιολογεί την κατ' αναλογία συμπλήρωσή του. Μετά δε την έκδοση των άνω αποφάσεων του ΔΕΚ, η αναλογική εφαρμογή του σχετικού με τους εμπορικούς αντιπροσώπους π.δ. 219/1991 και σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο αντίκειται στην ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, νομοθετικό κενό υφίσταται, όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς, αν και η ρύθμισή της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη περίπτωση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση των ξένων και κατ' αρχήν ασχέτων διατάξεων. Προϋποθέσεις της αναλογίας είναι α) η ύπαρξη νομοθετικού κενού, β) η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος με το μη ρυθμισθέν και γ) η ταυτότητα του νομικού λόγου. Η πρώτη από αυτές τις προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη νομοθετικού κενού επιτρέπει την πλήρωσή του με την ανάλογη εφαρμογή ορισμένης διατάξεως, τότε μόνον όταν αυτή (πλήρωση) υπαγορεύεται από την ανάγκη μιας πάγιας και εξ αντικειμένου ρυθμίσεως. Αντίθετα, η αναλογική επέκταση μιας διατάξεως, όχι σε κάθε περίπτωση που πληροί ένα παρόμοιο με αυτή πραγματικό, άλλα επιλεκτικά και ad hoc σημαίνει ότι το δικαστήριο, υποκαθιστώντας (ανεπιτρέπτως) τον νομοθέτη στο έργο του, θέτει, όρους και προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τον κατ' αναλογία εφαρμοστέο νόμο. Ο κοινοτικός νομοθέτης της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ γνώριζε το είδος της σύμβασης που ήθελε να ρυθμίσει. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΟΚ "περί των συμβάσεων αποκλειστικής αντιπροσωπείας που συνάπτονται με τους εμπορικούς αντιπροσώπους" γίνεται λόγος "περί αποφασιστικού κριτηρίου προς διάκριση του εμπορικού αντιπροσώπου από τον ανεξάρτητο έμπορο". Με αφετηρία τη σαφή αυτή διάκριση ο ευρωπαίος νομοθέτης εν γνώσει του δεν συμπεριέλαβε άλλες συμβάσεις στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας. Από το εθνικό δε νομοθέτημα (ΠΔ 219/1991), που ενσωμάτωσε την οδηγία αυτή στο εσωτερικό δίκαιο, προκύπτει αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος περιορίσθηκε να εναρμονίσει το εθνικό δίκαιο με την εν λόγω οδηγία μόνο για τους εμπορικούς αντιπροσώπους. Αντίθετα, αν ήθελε γίνει δεκτή η άποψη ότι η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας ακουσίως δεν ρυθμίζεται και συνεπώς ανακύπτει νομοθετικό κενό που έχει ανάγκη μιας κατ' αναλογία συμπληρώσεως, τότε την ίδια αντιμετώπιση θα πρέπει να έχει και κάθε νέο συμβατικό μόρφωμα που θα προέκυπτε από την εξέλιξη των συναλλαγών. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι ξένη προς την δυναμική των εμπορικών σχέσεων και την ελευθερία των συμβάσεων, αλλά και προς τη βούληση του εθνικού νομοθέτη. Η εκδοχή, ότι -αφού δεν ανιχνεύεται στην οδηγία 86/653/ΕΟΚ βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα- τότε ούτε από το εθνικό νομοθέτημα (ΠΔ 219/1991) μπορεί να συναχθεί αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε, διότι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα δεν είναι αν ο νομοθέτης απαγορεύει την αναλογική εφαρμογή (οπότε βεβαίως και δεν θα ετίθετο θέμα αναλογικής επέκτασης των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991), αλλά αν, ενώ εγνώριζε ότι στο εμπόριο δραστηριοποιούνται και άλλα (πλην των εμπορικών αντιπροσώπων) πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατά την διακίνηση προϊόντων ή υπηρεσιών σε εκτέλεση άλλων διαρκών διαμεσολαβητικών συμβάσεων (όπως είναι η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας), δεν θέλησε να επεκτείνει την παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά (επομένως και στους ταχυδρομικούς πράκτορες). Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή στη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, δεν έχουν εφαρμογή, ούτε κατ' αναλογία, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, ενισχύεται από τη ρύθμιση της μεταγενέστερης διάταξης του άρθρου 14 § 4 Ν/ 3557/2007, κατά την οποία "οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών και στις αποκλειστικής διανομής", σε συνδυασμό προς τη σχετική με τη διάταξη αυτή περικοπή της αιτιολογικής έκθεσης, ότι "Με την προτεινόμενη ρύθμιση επεκτείνεται η εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, ενόψει και των δεδομένων της νομολογίας του Αρείου Πάγου". Πρέπει, επιπροσθέτως, να σημειωθεί ότι η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, στην οποία κατά τα προεκτεθέντα ο ταχυδρομικός πράκτορας λειτουργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης, δεν προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας ούτε ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη μέρη της και, ως εκ τούτου δεν συντρέχον οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991, για την οποία βασικά κριτήρια είναι η ομοιότητα των καταστάσεων και η διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από το δικόγραφο της 26-6-2003 αγωγής του, ο αναιρεσείων προς θεμελίωση των αιτημάτων για καταβολή αποζημιώσεως πελατείας και διαφυγόντων κερδών, ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, ότι, με σύμβαση αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού της εταιρείας……την οποία έχει ήδη διαδεχθεί η αναιρεσίβλητη που έχει μετατραπεί σε ΑΕ, και η οποία έχει "ως αντικείμενο την αποστολή/μεταφορά εγγράφων……και μικρών δεμάτων από την Ελλάδα στο εξωτερικό και αντίστροφα, ο ίδιος και από την……..σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος και αντίστροφα, ο πρώτος ανέλαβε να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά την τελευταία στην παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών στο Νόμο…… Ότι η σχετική προμήθειά του καθορίσθηκε αρχικώς σε ποσοστό 27% επί του τζίρου και εν συνεχεία, σταδιακώς, σε ποσοστά 28%, 30% και 32%. Ότι εκτέλεσε με επιτυχία τις αναληφθείσες υπηρεσίες και κατάφερε να διευρύνει εξαιρετικά τον κύκλο των πελατών και να φέρει μεγάλο αριθμό νέων πελατών στην αναιρεσίβλητη, καθώς και να προαγάγει τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή. Ότι η συνεργασία του με την αναιρεσίβλητη λειτούργησε από 17.1.1994 μέχρι 15.3.2003, δηλαδή για χρονικό διάστημα εννέα (9) και πλέον ετών. Ότι στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη, κατά τη 15.3.2003, ενεργώντας κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ. 4 του Δ 219/1991 που εκδόθηκε σύμφωνα με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, δηλαδή χωρίς να τηρήσει την απαιτούμενη προθεσμία των 6 μηνών που ορίζεται στο άρθρο αυτό, κατήγγειλε αιφνιδίως και χωρίς σπουδαίο λόγο και προειδοποίηση την παραπάνω σύμβαση, αφού προηγουμένως είχε αποστείλει σε πελάτες της περιοχής σημείωμα, με το οποίο τους ανακοίνωνε την έναρξη λειτουργίας νέας εμπορικής αντιπροσωπείας της καθώς και τα στοιχεία του νέου εμπορικού αντιπροσώπου της, στον οποίο είχε φροντίσει να απασχοληθεί το ίδιο προσωπικό που απασχολούσε ο αναιρεσείων και το οποίο είχε κατάλληλα εκπαιδευθεί. Ότι η αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη τη φήμη, την οργάνωση και τον μόχθο αυτού (αναιρεσείοντος), αλλά και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο τελευταίος για την καθιέρωση του ονόματος της διατηρεί και θα εξακολουθήσει στον μέλλον να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από την συνεργασία τους. Ότι ο μέσος ετήσιος όρος των προμηθειών, που ο ίδιος εισέπραξε κατά την τελευταία προ της καταγγελίας πενταετία με βάση τα αναλυτικώς για κάθε έτος αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ανήλθε στο ποσό των 762.328, 44 ευρώ. Ότι από τις παραπάνω δόλιες ενέργειες της αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνιστούν πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού, έχει τρωθεί η εμπορική πίστη και η επαγγελματική υπόληψή του. Συναφώς δε προς τα ανωτέρω περιστατικά και κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει: (α) για διαφυγόντα, κέρδη, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 παρ. 4 του ΠΔ 219/1991 εξάμηνης προθεσμίας το ποσό των 121.349,76 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο άθροισμα των μηνιαίων προμηθειών που θα ελάμβανε για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, οπότε θα έληγε η μεταξύ τους σύμβαση εάν η αναιρεσίβλητη τηρούσε τη νόμιμη προθεσμία καταγγελίας, κατά τα ανωτέρω, και το οποίο υπολογίζεται βάσει των προμηθειών των αντιστοίχων μηνών του έτους 2002 προσαυξημένων κατά 26%, ποσοστό κατά το οποίο αυξήθηκε ο τζίρος της αναιρεσίβλητης κατά το έτος 2003 μετ' αφαίρεση των μηνιαίων εξόδων, άλλως επικουρικά το ποσό 104.033,95 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος του, που αντιστοιχεί στο άθροισμα των μηνιαίων προμηθειών που θα ελάμβανε για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2003, οπότε θα τερματιζόταν η μεταξύ τους σύμβαση εάν η αναιρεσίβλητη τηρούσε την συμφωνηθείσα μεταξύ τους τετράμηνη προθεσμία καταγγελίας, και το οποίο υπολογίζεται κατά τα ανωτέρω, τα ως άνω δε ποσά με τον νόμιμο τόκο από την 15.3.2003 (ημερομηνία λύσεως της μεταξύ τους συμβάσεως), άλλως από την 18.3. 2003, (ημερομηνία κατά την οποία οχλήθηκε η αναιρεσίβλητη για την καταβολή των ως άνω ποσών), άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και β) ως αποζημίωση πελατείας, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του Δ 219/1991, το ποσό των 152.465,68 ευρώ, υπολογιζόμενη ως ο μέσος ετήσιος όρος των αμοιβών που έλαβε κατά τα έτη 1998 - 2002 από την αναιρεσίβλητη, την οποία δικαιούται λόγω της λύσης της συμβάσεως, εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες στην αναιρεσίβλητη και αυτή διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, με το νόμιμο τόκο από 15.3.2003, άλλως από 18.3.2003, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Την αγωγή αυτή (η οποία, κατά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο ως προς το περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κεφάλαιο), κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις του Π.Δ/τος 219/1991, δηλαδή ως προς τα αιτήματα της για αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 § 4 του ΠΔ 219/1991 εξάμηνης προθεσμίας, το Εφετείο την έκρινε ως νόμω αβάσιμη, δεχθέν ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά, δεν πρόκειται για σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά για σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, επί της οποίας δεν έχουν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, επί των οποίων επιχειρεί ο ενάγων να θεμελιώσει την αγωγή. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, η σύμβαση που φέρεται να έχει καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων μερών και της οποίας ο χαρακτηρισμός ανήκει στο δικαστήριο, είναι σύμβαση πρακτορείας και το περιεχόμενό της δεν ταυτίζεται με εκείνο της εμπορικής αντιπροσωπείας εμπορευμάτων. Ότι η απόφαση του ΔΕΚ C - 85/2003, Μαυρωνά κατά Δέλτα, έκρινε ότι η οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18.12.1986, σχετικά με τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο στους εμπορικούς αντιπροσώπους εμπορευμάτων και όχι σε άλλες διαμεσολαβητικές συμβάσεις (εμπορική αντιπροσωπεία υπηρεσιών, παραγγελιοδοχική αντιπροσωπεία, διανομή, σύμβαση franchise κλπ) και ότι για τη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, που αποτελεί διαμεσολαβητική σύμβαση υπηρεσιών, δεν υφίσταται ακούσιο κενό δικαίου, που να δικαιολογεί την πλήρωσή του, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή του Π.Δ. 219/1991. Η παραπάνω δε Οδηγία 86/653/ΕΟΚ και κατ' επέκταση το Π.Δ. 219/1991 πρέπει να ερμηνεύονται στενά και η όποια προστασία για τις διάφορες μορφές διαμεσολάβησης, εκτός του εμπορικού αντιπροσώπου εμπορευμάτων, θα πρέπει να θεσπισθεί ειδικά, μόνο από τον εσωτερικό νομοθέτη. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 219/1991 και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 4 § 1 του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ αιτίαση, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω αγωγή, ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών που κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει στις διατάξεις περί εντολής, είναι αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη επειδή ο αναιρεσείων δεν εκθέτει τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτής και δη τα περιστατικά που καθιστούν πιθανή την προσδοκία του κέρδους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ειδικότερα, έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στην ένδικη αγωγή του κατά τρόπο σαφή 1) την καθαρή προμήθεια που θα ελάμβανε στο αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, 2) το είδος και τον αριθμό των παραδόσεων και παραλαβών ταχυδρομικών αντικειμένων που θα διενεργούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και 3) το ποσό που θα ελάμβανε για κάθε παράδοση και παραλαβή. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό τηνεπίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο έκρινε αόριστο και εντεύθεν απαράδεκτο το περί διαφυγόντος κέρδους κονδύλιο της αγωγής. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος το σχετικό με το πρώτο (κύριο) σκέλος του αιτήματος για διαφυγόντα κέρδη ποσού 121.349,76 ευρώ, του οποίου η θεμελίωση γίνεται στο άρθρο 8 § 4 ΠΔ 219/1991, είναι αλυσιτελής ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, οι διατάξεις του ως άνω ΠΔ/τος δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή. Κατά το μέρος δε που αφορά στο επικουρικό σκέλος του ίδιου αιτήματος για διαφυγόντα κέρδη ποσού 104.033,95 ευρώ, είναι αβάσιμος, γιατί δεν αναφέρεται στην αγωγή με σαφήνεια η καθαρή προμήθεια που θα ελάμβανε ο αναιρεσείων κατά το αναφερόμενο σε αυτή (τετράμηνο) χρονικό διάστημα, το είδος και ο αριθμός των παραλαβών και παραδόσεων ταχυδρομικών αντικειμένων που θα ενεργούντο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και το ποσό που θα λαμβάνετο για κάθε παραλαβή και παράδοση. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασής του σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ή ως αόριστη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο. Επίσης, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αλλά απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εν προκειμένω, όπως έχει ήδη αναιφερθεί, η από 26-6-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε από το Εφετείο ως νόμω αβάσιμη και εν μέρει ως αόριστη, γι'αυτό και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις α) για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του νόμω αβασίμου της αγωγής και συγκεκριμένα του ότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά, δεν πρόκειται για σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά ταχυδρομικής πρακτορίας και β) για μη λήψη, παρά το νόμο των αναφερόμενων σε αυτή (αίτηση αναίρεσης) εγγράφων, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών