Πτωχευτική ανάκληση πράξεων οφειλέτη

1. Σύμφωνα με τα άρθρα 116-126 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης, δηλαδή στην ύποπτη πε­ρίοδο, ή, εντός του προηγουμένου από την ύποπτη περίοδο εξαμήνου και μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται, ή μπορούν να ανακληθούν.

Οι πράξεις ανα­καλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου. Την ανακλητική αξίωση ασκεί ο σύνδικος. Μπορεί να την ασκήσει και πιστωτής, εφ όσον είχε ζητήσει εγγράφως από τον σύνδικο την άσκησή της για συγκεκριμένη πράξη και για συγκεκριμένο νόμιμο λόγο και ο σύνδικος δεν την άσκησε μέσα σε (2) μήνες από τη λήψη της αίτησης του πιστωτή. Η ανακλητική αγωγή στρέφεται κατά εκείνου ή εκείνων που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη, καθώς και κατά των κληρονόμων, ή άλλων καθολικών διαδόχων τους, ή του κακόπιστου ειδικού διαδόχου. Η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός, ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης.

2. Όποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιου­σιακό στοιχείο του οφειλέτη, υποχρεούται να το επανα­μεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αυτούσια επαναμεταβίβαση δεν είναι δυνατή, η υποχρέωση ρυθ­μίζεται από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτι­σμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), εφαρμοζόμενες αναλόγως και αφού ληφθούν υπ όψιν οι πραγματικές χρηματικές καταβολές που έγιναν κατά την υλοποίηση της ανακαλούμενης πράξης.  Ο λήπτης δωρεάς υποχρεούται να επιστρέψει μόνο τον πλουτισμό, εκτός εάν γνώριζε, ή κατά τις περιστά­σεις μπορούσε να γνωρίζει, ότι με τη χαριστική παροχή επέρχεται ζημία της ομάδας των πιστωτών. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτός που συμβλήθηκε με τον οφειλέτη ενήργησε κακόπιστα, μπο­ρεί να τον υποχρεώσει σε αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την πράξη στην ομάδα των πιστωτών.

3. Εάν με την ανακαλούμενη παροχή είχε εξοφληθεί απαίτηση, με την επαναμεταβίβασή της η απαίτηση επα­νέρχεται σε ισχύ. Σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης, ο αντισυμβαλλόμενος, εφ όσον επιστρέφει την παροχή, έχει αξίωση στην αντιπαροχή του ως ομαδικός πιστωτής, εάν η αντιπαροχή εξακολουθεί να διατηρεί την ταυτότη­τα της στην πτωχευτική περιουσία, ή η τελευταία αυξήθη­κε κατά την αξία της αντιπαροχής, άλλως ικανοποιείται ως πτωχευτικός πιστωτής. Η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευ­ση (1) έτους από την ημέρα που ο σύνδικος ή ο πιστωτής, κατά περίπτωση, έλαβε γνώση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση (2) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.

4. Λογίζονται ότι είναι επιζήμιες και ανακαλούνται, οπωσδήποτε, οι ακόλουθες πράξεις,

α) Δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή. Εξαιρούνται οι συνήθεις δωρεές που γίνονται για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας ή από λόγους ηθικού καθήκοντος, καθώς και πράξεις από ελευθεριότητα, που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης και παροχές προς οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων του, εφ όσον οι παροχές είναι ανάλογες προς την περιουσιακή του κατάσταση και δεν επέφεραν ουσι­ώδη ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη.

β) Πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών.

γ) Πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με άλλο τρόπο και όχι με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή, εκτός από οικειοθελείς παραχωρήσεις ακινήτων προς πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα σε εξόφληση ή απομείωση ληξιπρόθεσμων οφειλών του οφειλέτη.

δ) Σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανόμενης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, ή παροχή άλλων ασφαλειών ενοχικής φύσεως για προϋπάρχουσες υποχρεώσεις, για την εξασφάλιση των οποίων ο οφειλέτης δεν είχε αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση, ή για την εξασφάλιση νέων υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τον οφειλέτη σε αντικατάσταση εκείνων που προϋπήρχαν.

5. Μπορεί να ανακληθεί κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη, ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, εάν ο αντισυμβαλλόμενος του οφειλέτη κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε, ή μπορούσε να εκτιμήσει, ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών. Τεκμαίρεται η γνώση του αντισυμβαλλομένου, εάν κατά την διενέργεια της πράξης ήταν σύζυγος του οφει­λέτη, ή συγγενής εξ αίματος μέχρι και τρίτου βαθμού, ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού, ή πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης συζούσε το τελευταίο έτος πριν τη διενέργεια της πράξης. Επί αντισυμβαλλόμενου νομικού προσώπου το τεκμήριο της γνώσης αφορά τα ως άνω πρόσωπα, εφ όσον κατά τη διενέργεια της πράξης είχαν την ιδιότητα του ιδρυτή, ή διοικητή, ή διευθυντή, ή διαχει­ριστή του, ή ήταν πιστωτές, ή αντισυμβαλλόμενοι, οι οποί­οι διενέργησαν εμπορικές πράξεις και λοιπές συναλλαγές με οικονομικούς και άλλους όρους που βρίσκονταν σε προφανή και ουσιώδη απόκλιση από τους τρέχοντες όρους συναλλαγών κατά τη στιγμή διενέργειάς τους. Το τεκμήριο δεν ισχύει, εάν η ανακλητική αγωγή εγερθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευ­σης. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση του αντισυμβαλλομένου τεκμαίρεται για τα πρόσωπα που συνδέονται με τον οφειλέτη σύμφωνα με τον ορισμό του Παραρτήματος Α του ν. 4308/2014..

6. Πράξεις του οφειλέτη με δόλο, που διενεργήθηκαν την τε­λευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, για να ζημιώσει τους πιστωτές του, ή να ωφε­λήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά τον χρόνο της διενέργειας της πράξης γνώριζε το δόλο του οφειλέτη. Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει το δικαίωμα των πιστωτών να ασκήσουν παυλιανή αγωγή κατά τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ. Ο σύνδικος υποχρεούται να παρέχει σε κάθε πιστωτή που υποβάλλει σχετικό αίτημα στοιχεία για όλες τις συναλλαγές απαλλοτρίωσης περι­ουσιακών στοιχείων, στις οποίες προέβη ο οφειλέτης κατά την τελευταία πενταετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

7. Δεν αποτελούν καταδολιευτικές πράξεις και δεν ανα­καλούνται,

α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής, ή επι­χειρηματικής, ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη, που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του, συμπεριλαμβανομένων δεδουλευμένων αποδοχών εργαζομένων.

β) Πράξεις του οφειλέτη που ρητά ο νόμος εξαιρεί από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανάκλησης, ακυρό­τητας, ή ακυρωσίας πράξεων, που έγιναν την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

γ) Παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλ­λόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά.

δ) Συναλλαγές που ήταν εύλογες και άμεσα αναγκαί­ες για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας εξυγίανσης, στις οποίες περιλαμβάνονται, η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη διαπραγ­μάτευση, έγκριση, ή επικύρωση, συμφωνίας εξυγίανσης, και η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη λήψη επαγγελματικής συμβουλής σε στενή σχέση με την συμ­φωνία εξυγίανσης.

ε) Πράξεις που έλαβαν χώρα με τη συμφωνία, ή σε εκτέλεση συμφωνίας, εξωδικαστικού συμβιβασμού, ή συμφωνίας εξυγίανσης.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών