Πτώχευση συνέπειες ως προς τον πτωχό οφειλέτη.

Σύμφωνα με τον Πτωχευτικό Νόμο 4738/2020 (άρθρο 91) σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη επέρχονται οι παρακάτω συνέπειες  

1. Στερήσεις.

Ο οφειλέτης (το φυσικό πρόσωπο) από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που του ανήκε κατά την κή­ρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Επίσης στερείται όλων εκείνων των δικαιωμάτων προσωπικής φύσεως, που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις νόμων.

Δεν στερείται της άδειας άσκησης επαγγέλματος.

Στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετησίου εισοδήματος του οφειλέτη, αφαιρουμένων των φόρων και των εισφορών κοινωνι­κής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης, ή του δωδεκαπλάσιου του ακατάσχετου, όποιο είναι υψηλότερο εκ των δύο. Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4389/2016.  Ως «ακατάσχετο» νοείται τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη.

Τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας ανεξαρτήτως ύψους, όταν, έπειτα από αίτησή του, το πτωχευτικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιου­σιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των 100.000 ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση που τα ετήσια εισοδήματά του οφειλέτη υπερβαίνουν το πενταπλάσιο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, το υπερβάλλον ποσό ανήκει στην πτωχευτική περιουσία.

Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του εισοδή­ματος του οφειλέτη, με αίτησή δική του ή του συνδίκου, ο εισηγητής με διάταξή του δύναται να μεταβάλει τους όρους του σχεδίου περιοδικών πληρωμών για να ληφθούν υπόψη οι ουσιώδεις μεταβολές του εισοδήματος. Τεκμαίρεται ουσιώδης η μεταβολή που υπερβαίνει το πο­σοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του εισοδήματος.

Στην πτωχευτική περιουσία, ανήκουν τα λογιστικά αρχεία και τα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη,  τα οποία αφορούν την επιχείρηση του.

Δεν ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη.

Δεν ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξι­ώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσ­σονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον προέρχονται από έννομη σχέση που υπήρχε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ακόμα και σε περίπτωση που έχουν κατασχεθεί.

2. Πτωχευτική απαλλοτρίωση.

Από την κήρυξη της πτώχευσης ο οφειλέτης στερείται αυτοδι­καίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περι­ουσίας του, την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δη­μόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου.

Από την κήρυξη της πτώχευσης δεν νομιμοποιείται σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περι­ουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ' εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευ­τικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.

3. Αναθέσεις.

Το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον συναινεί η συνέλευση των πιστω­τών, μπορεί να αποφασίσει την ανάθεση στον ίδιο της διοίκησης και ιδίως της διαχείρισης και της διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, με ή χωρίς περιοριστικούς όρους, πάντοτε με τη σύμπραξη του συνδίκου. Η σύ­μπραξη του συνδίκου μπορεί να συνίσταται σε γενικές άδειες διενέργειας πράξεων ή κατηγοριών πράξεων.

4. Υποχρεώσεις ενημέρωσης και συνεργασίας.

 Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση.

Η ίδια υποχρέωση βα­ρύνει και τους κατά την προηγούμενη της κήρυξης της πτώχευσης διετία πληρεξούσιους του οφειλέτη, πλην των δικηγόρων του, εκτός αν υπάρχει συναίνεση του οφειλέτη.

5. Αναστολή ατομικών καταδιώξεων.

Από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλή­ρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύ­εται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσί­ας, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά το άρθρο 46 του ν. 4174/2013.

Η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων δεν ισχύει για τους πρώτους (9) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης μόνο ως προς τους ενέγγυους πιστωτές.

Σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, η πτώχευση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του κατάσχοντος επί μελλοντικών απαι­τήσεων του οφειλέτη που εκχωρήθηκαν αναγκαστικά με την κατάσχεση, αλλά δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών