Απόλυση εργαζομένου μετά τον Μάιο 2019.

Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΟΤΑ α' βαθμού, Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις», που δημοσιεύτηκε την 17.5.2019, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου καθίσταται πλέον αιτιώδης δικαιοπραξία και συνδέεται µε «βάσιμο λόγο», ο οποίος προτείνεται και αποδεικνύεται από τον εργοδότη.

Σύμφωνα με νέα ρύθμιση, που ισχύει από 17-5-2019, για να είναι έγκυρη και νόμιμη η απόλυση κάθε εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη των παρακάτω προϋποθέσεων  

1. Να έχει προηγηθεί η καταχώριση της απασχόλησης του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΕΦΚΑ μισθολόγια, ή να έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

2. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας να γίνει εγγράφως.

3. Ο λόγος της καταγγελίας να είναι «βάσιμος», κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρηµένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.

4. Να καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση απόλυσης, μέσω του τραπεζικού λογαριασμού του απολυομένου.

«Βάσιμος λόγος» κατά το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Κοινωνικού Χάρτη (ν. 3459/2016), θεωρείται ο λόγος, ο οποίος συνδέεται µε την ικανότητα ή την συμπεριφορά του εργαζομένου, ή βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας.

Κατά συνέπεια είναι άκυρη κάθε απόλυση που δεν στηρίζεται

α) στην μη ικανότητα του εργαζομένου να ανταποκριθεί στην  ανατεθείσα εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 652 ΑΚ ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελεί με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε. Ο βαθμός της επιμέλειάς του κρίνεται με βάση την σύμβαση, της ανατεθείσας εργασίας, της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία. Τις ικανότητες και τις ιδιότητες του εργαζομένου ο εργοδότης όφειλε να τις γνωρίζει προ της σύναψης της σύμβασης εργασίας. Ο εργαζόμενος ευθύνεται για ζημία που προξένησε στον εργοδότη από δόλο. Αν ο εργαζόμενος από αμέλεια του προκάλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ζημία στον εργοδότη, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον εργαζόμενο από την ευθύνη, ιδίως σε περίπτωση ελαφριάς αμέλειας, ή να κατανείμει τη ζημία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καταλογίζοντας στον εργοδότη την ζημία που αναλογεί στον επιχειρηματικό του κίνδυνο, ή που παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του εργαζομένου από τη σύμβαση.

β) στην μη νόμιμη συμπεριφορά του εργαζομένου απέναντι στην επιχείρηση και στον εργοδότη.  Είναι άκυρη η απόλυση που υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η απόλυση οφείλεται σε εμπάθεια, µίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά µη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

γ) δεν βασίζεται στις οικονομοτεχνικές ανάγκες της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης οφείλει να καταφύγει σε ηπιότερα και κατάλληλα μέσα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της επιχείρησής του, με ορθή επιλογή των απολυτέων εργαζομένων.

Σε κάθε περίπτερη που ο εργαζόμενος αμφισβητήσει την εγκυρότητα της απόλυσης, οφείλει, εντός τριμήνου από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, να καταθέσει στο δικαστήριο αγωγή ακύρωσης της απόλυσης, άλλως το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Το βάρος της απόδειξης ότι ο λόγος της καταγγελίας να είναι «βάσιμος» το έχει ο εργοδότης. Νοείται ότι μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής, εφ όσον αυτή γίνει δεκτή, ο εργοδότης οφείλει στον εργαζόμενο μισθούς υπερημερίας.   

Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου.

Η 3μηνη προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 52 του νόμου, εφ όσον ο απολυθείς  προσφύγει στην διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών του ΣΕΠΕ, αναστέλλεται από την κατάθεση της αίτησης επίλυσης της διαφοράς μέχρι την σύνταξη του Δελτίου Εργατικής Διαφοράς από το ΣΕΠΕ, στο οποίο έχει διατυπωθεί η άποψη του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων επί της ακυρότητας της απόλυσης.

Η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακύρωσης της απόλυσης, ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης. Είναι άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του εργαζομένου και δη των άρθρων 656 έως 658, 659 παράγραφοι 2 έως 667, 668 εδάφια 2, 670, 674, 677 και 678 ΑΚ, ή διευρύνεται η ευθύνη του εργαζομένου από το άρθρο 652 ΑΚ.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών