Αναψηλάφηση στην πολιτική δίκη.

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου εφ όσον δίκασε κατ ουσίαν, εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο, που περιέχει τους λόγους αυτής.

Β. Εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της. Αν θεωρήσει οποιονδήποτε από τους προταθέντες λόγους παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων (ΑΠ 1109/2015).

Γ. Οι λόγοι αναψηλάφησης απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 544 ΚΠολΔ και είναι (10). Επειδή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου είναι ανεπίτρεπτη η ερμηνευτική διεύρυνσή τους και δεν περιλαμβάνονται άλλοι, αναλογικώς εφαρμοζόμενοι, ή, προκύπτοντες από τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α ( ΑΠ 1643/2014).

Δ. Λόγοι της αναψηλάφησης.

1. Πρώτος Λόγος.

«Αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους».

α) Ο λόγος προϋποθέτει, αφ ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.

β) Η αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι, ενώ κατά την συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση, συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπ όψιν από το δικαστήριο.

γ) Εάν η ίδια ένσταση προτάθηκε, ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με την μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ  (ΑΠ 616/2011).

2. Δεύτερος Λόγος.

«Αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη, εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης».

α) Ο λόγος αυτός αφορά τις περιπτώσεις εκπροσώπησης προσώπων ανικάνων προς δικαστική παράσταση (ανηλίκων, προσώπων υπό δικαστική συμπαράσταση), συντρέχει δε, όταν τα πρόσωπα αυτά παρέστησαν στην δίκη χωρίς τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους, ή χωρίς την συναίνεση αυτού, ή με ψευδοαντιπρόσωπο (ψευδοεπίτροπο), ή όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν είχε εξουσιοδοτηθεί νομίμως, δεν ετήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις, κλπ.

β) Αυτός ο οποίος, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και ο οποίος δεν παρέστη στο Εφετείο, ή εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο αυτό από δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν παρέστη κατά την συζήτηση, η οποία ήταν υποχρεωτικώς προφορική σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 2 και 528 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε δικάσθηκε ερήμην, δεν δικαιούται να ασκήσει αίτηση αναψηλάφησης, επικαλούμενος τηνσχετικό λόγο (ΑΠ 1643/2014).

3. Τρίτος Λόγος.

«Αν το ίδιο πρόσωπο είχε παραστεί ως διάδικος στο όνομά του, ή εκπροσώπησε διαδίκους με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίοι είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη».

4. Τέταρτος λόγος.

«Αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα, εφ όσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης».

5. Πέμπτος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης, δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές των προσώπων που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα αυτά».

6. Έκτος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου, ή ενόρκως βεβαιώσαντος, ή σε πλαστά έγγραφα, εφ όσον το ψεύδος, ή η πλαστότητα, αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν».

α) Για την θεμελίωση του λόγου, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση (ΑΠ 1364/2005, 348/1997, ΑΠ 1109/2015).

β) Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.

γ) Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, γιατί η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις,

δ) Δεν έχει σημασία, αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου, ή εκτός δίκης, εφ όσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη, ή ως δικαστικό τεκμήριο.

ε) Το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό, ή το δικάζον την κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στην συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση, που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, γιατί τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου ( ΑΠ 1109/2015).

στ) Η αναγνώριση του ψεύδους απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή και με κύρια αγωγή, αν είναι αδύνατη η έναρξη ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, εκτός από άλλους λόγους και λόγω θανάτου του ψευδώς καταθέσαντος μάρτυρα (ΑΠ  42/2014).

ζ) Τα πλαστά έγγραφα, προϋποθέτουν, η πλαστότητα να αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που εκδίδεται επί σχετικής αγωγής, αν η άσκηση της ποινικής αγωγής, ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη.

η) Το πλαστό έγγραφο πρέπει να είχε αποφασιστική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Αν η απόφαση στηρίζεται και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει το πλαστό έγγραφο να στηρίζει την απόφαση αποκλειστικά, ή παράλληλα με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως, χωρίς την ύπαρξη του πλαστού, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν την απόφαση (ΑΠ 82/2015).

7. Έβδομος λόγος.

«Αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης».

α) Το νέο έγγραφο, που βρήκε, ή έλαβε στην κατοχή του, ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει

1. να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης,

2. να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη, η ανταπόδειξη, ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και

Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον λόγο, δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή έγγραφης απόδειξης, ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης (ΑΠ 1180/2011  ΑΠ 170/2015

3. η μη έγκαιρη προσκομιδή του, να οφείλεται σε ανώτερη βία, ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.

β) Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 447/2014).

γ) Ανωτέρα βία συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης των κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη (ΑΠ 284/2001, ΑΠ 1430/2005)

8. Όγδοος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται».

9. Ένατος λόγος.

«Αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του».

10. Δέκατος λόγος.

«Αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοσή της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν»

Ε. Προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης.

Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.

1. Χρόνος.

α. (60) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα.

β. (120) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

2. Αφετηρία.

Οι προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.

α. Λόγοι 1, 6, 7, 8

Η προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

β. Λόγοι 2, 3, 4, 5 και 9

Η προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

γ. Λόγος 10. 

Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών