Πρόταση για σύναψη σύμβασης.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 191, 192, 195 ΑΚ προκύπτει ότι, η πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή, να περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για την σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη, εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ειδικότερα.

Η πρόταση είναι ισχυρά και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφ όσον ο προσδιορισμός του επαφίεται στον λήπτη της πρότασης, ή μπορεί να συναχθεί με αναφορά στις δηλώσεις των μερών που προηγήθησαν (ΑΠ 8/2005).

Κατ άρθρο 185 ΑΚ, όποιος προτείνει την σύναψη σύμβασης δεσμεύεται όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση.

Κατ άρθρο 187 ΑΚ, η πρόταση για την σύναψη σύμβασης αποσβήνεται, αν αποκρούστηκε, ή αν δεν έγινε αποδεκτή εγκαίρως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 189 έως 194 ΑΚ.

Κατ άρθρο 189 ΑΚ, η αποδοχή της πρότασης για την σύναψη σύμβασης απαιτείται να περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει. Αν δεν είχε τάξει προθεσμία, η αποδοχή πρέπει να περιέλθει σε αυτόν έως τη στιγμή, που κατά τις περιστάσεις, ήταν υποχρεωμένος, να την περιμένει.

Κατ άρθρο 191 ΑΚ, η καθυστερημένη αποδοχή πρότασης θεωρείται ως νέα πρόταση. Αποδοχή με τροποποιήσεις θεωρείται ως αποποίηση με νέα πρόταση.

Κατ άρθρο 192 ΑΚ, η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του.

Κατ άρθρο 195 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφ όσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι,

Για την κατάρτιση της σύμβασης απαιτείται πρόταση και αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων. Αποδοχή με τροποποιήσεις, στην έννοια των οποίων συγκαταλέγονται και οι επιφυλάξεις, λογίζεται ως αποποίηση με νέα πρόταση (ΑΠ 240/1995).

Η αποδοχή της πρότασης για την σύναψη σύμβασης, η οποία αποτελεί αντίστοιχο της πρότασης δικαίωμα, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη, ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε με αφετηρία το χρόνο της πρότασης μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτήν, ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς, ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία έως την στιγμή, που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε (ΕφΠατρων 435/2010).

Η σιωπή του προς ον η πρόταση δεν αποτελεί, ούτε αποδοχή, ούτε αποποίηση. Μόνον κατ εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σε αυτήν δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική (ΑΠ 1110/2013).

Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης, αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη σύμβασης με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης (ΕφΠατρων 435/2010).

Η ασυμφωνία των μερών, ως προς ουσιώδη όρο, έχει ως συνέπεια την μη σύναψη της σύμβασης (ΑΠ 1282/1994, ΕφΑθ 8582/2006).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ότι οι συμβαλλόμενοι, αποφάσισαν ως περιεχόμενο της σύμβασής τους, τους δεσμεύει. Η δεσμευτικότητα της σύμβασης, εφ όσον δεν αντίκειται στο νόμο, ή την ηθική, είναι άμεση απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΠ 603/76, ΕφΑθ 3364/80, ΕφΠατρων 435/2010).

Η ερμηνεία της καταρτισθείσας σύμβασης δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, υποκείμενο σε απόδειξη, αλλά ανάγεται στο έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ως εκ τούτου, επιλαμβανόμενο της διαφοράς, προβαίνει σε αυτήν απευθείας, χωρίς να διατάξει απόδειξη. Σε περίπτωση που θα διαγνώσει, κατά την ανέλεγκτη κατά το σημείο τούτο, κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, στις βουλήσεις που έχουν δηλωθεί, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, στους κανόνες της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη, και να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή αυτών, χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία άγεται το δικαστήριο της ουσίας σε ερμηνεία ασαφούς σύμβασης μπορεί, να αντλήσει και αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα, ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή (ΑΠ 240/1995).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών