Παράγοντες στην εργασία.

1. Φυσικός παράγων.

Φυσικός παράγων θεωρείται κάθε στοιχείο, που προερχόμενο από την φύση επηρεάζει την ζωή και την υγεία του ανθρώπου, όπως η σκόνη, η θερμότητα, η υπεριώδης και ιοντίζουσα ακτινοβολία, η υγρασία, η ατμοσφαιρική πίεση κλπ.   

2. Χημικός παράγων.

Χημικός παράγων θεωρείται κάθε χημικό στοιχείο ή ένωση, ελεύθερο ή σε πρόσμειξη, όπως υφίσταται σε φυσική κατάσταση, ή όπως παράγεται, χρησιμοποιείται, ή απελευθερώνεται, μεταξύ των άλλων υπό μορφή αποβλήτων, µέσω οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας, είτε παράγεται σκοπίμως είτε όχι και είτε διατίθεται στο εμπόριο είτε όχι.

3. Βιολογικός παράγων.

Βιολογικός παράγων θεωρούνται οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλιέργιες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα.

Α. ΠΔ 52/2015 «Εναρμόνιση με την οδηγία 2014/27/ΕΕ «Για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 92/58/ΕΟΚ, 92/85/ΕΟΚ, 94/33/ΕΚ, 98/24/ΕΚ και της οδηγίας 2004/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1272/2008 για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων».

α) Τροποποιεί τα παρακάτω π.δ. αναφορικά με την ταξινόμηση, επισήμανση και συσκευασία ουσιών και μειγμάτων από βιολογικούς και χημικούς παράγοντες και καρκινογόνες ουσίες και λαμβάνει μέτρα για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεσή τους κατά την εργασία στις παραπάνω επικίνδυνες ουσίες και μείγματα.

ΠΔ 105/1995 (ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήµανση ασφαλείας και της υγείας στην εργασία), 

ΠΔ. 176/1997 (μέτρα προστασίας εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων), 

ΠΔ. 62/1998 (μέτρα για την προστασία των νέων κατά την εργασία),  ΠΔ. 338/2001 (μέτρα για την προστασία κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες)  και

ΠΔ 399/1994 (μέτρα για την προστασία από έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες).

β) Υποχρεώσεις εργοδοτών

1. Να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε, οι ζώνες στις οποίες διεξάγονται οι παραπάνω δραστηριότητες, να καταδεικνύουν τον κίνδυνο για την ασφάλεια, ή την υγεία των εργαζομένων και να μην είναι προσπελάσιμες για εργαζόμενους άλλους από εκείνους που αναγκαστικά εισέρχονται λόγω της εργασίας, ή των καθηκόντων τους.

2. Να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε, οι εργαζόμενοι να μην τρώνε, ή πίνουν στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.

3. Στις ίδιες ζώνες να απαγορεύουν το κάπνισμα.

4. Να παρέχεται στους εργαζόμενους, κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

5. Να προβλέπεται η ύπαρξη χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού εργασίας ή προστασίας, αφενός, και του κανονικού ιματισμού, αφετέρου.

6. Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλες και πλήρεις εγκαταστάσεις λουτρών και χώρων υγιεινής.

7. Ο εξοπλισμός προστασίας να είναι σωστά τοποθετημένος σε καθορισμένο χώρο, να ελέγχεται και να καθαρίζεται πριν και, οπωσδήποτε μετά από κάθε χρήση.

8. Ο ελαττωματικός εξοπλισμός να επισκευάζεται ή να αντικαθίσταται πριν από νέα χρήση.

9. Να παρέχουν την κατάλληλη εκπαίδευση στους εργαζόμενους σχετικά

α) Τους ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων κινδύνων που οφείλονται στο κάπνισμα.

β) Τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη της έκθεσης.

γ) Τις απαιτήσεις υγιεινής.

δ) Την χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού και ιματισμού.

Β. Π.Δ. 77/1993 «Για την προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες και τροποποίηση και συμπλήρωση του ΠΔ 307/1986 σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 88/642/ΕΟΚ».

1. Τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τα

ΠΔ 399/1994 (μέτρα για την προστασία από έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες).

ΠΔ. 338/2001 (μέτρα για την προστασία κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες).

ΠΔ 52/2015 (Εναρμόνιση με την οδηγία 2014/27/ΕΕ) και

Ν. 3850/2010 (Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων).

2. Αφορά κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων σε παράγοντες.

3. Ο εργοδότης οφείλει να προσδιορίζει τη φύση και το επίπεδο έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατόν να εκτιμήσει όλους τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους και να καθορίσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

4. Ο εργοδότης οφείλει να παίρνει μέτρα, ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνατό.

5. Σε κάθε περίπτωση το επίπεδο έκθεσης πρέπει να είναι κατώτερο από εκείνο που ορίζει η «οριακή τιμή έκθεσης».

6. Ο εργοδότης υποχρεούται να παίρνει κατά σειρά τα πιο κάτω μέτρα

α) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τους παράγοντες που είναι επιβλαβείς για την υγεία των εργαζομένων, ή επικίνδυνοι µε άλλους αβλαβείς ή λιγότερο επιβλαβείς, καθώς και να περιορίζει τη χρήση τους στο χώρο εργασίας,

β) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, παραγωγικές διαδικασίες, μεθόδους και μέσα που δημιουργούν στους χώρους εργασίας παράγοντες, οι οποίοι θεωρούνται επιβλαβείς για την υγεία ή επικίνδυνοι, µε άλλες που δεν δημιουργούν καθόλου τους παράγοντες αυτούς, ή τους δημιουργούν σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο που ορίζει η κατά περίπτωση «οριακή τιμή έκθεσης»,

γ) να περιορίζει, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τον αριθμό των εργαζομένων που εκτίθενται, ή ενδέχεται να εκτεθούν σε παράγοντες και το χρόνο έκθεσής τους,

δ) να παρέχει μέτρα και μέσα ατομικής προστασίας στους εργαζομένους, όταν δεν είναι πρακτικά δυνατό να αποφευχθεί η επιβλαβής έκθεσή τους.

7. Ο εργοδότης επιπλέον πρέπει να λαμβάνει και τα εξής μέτρα

α) να ελέγχει την συγκέντρωση, ή ένταση των παραγόντων στους χώρους εργασίας και τα επίπεδα έκθεσης των εργαζομένων σε αυτούς, πριν αρχίσει η λειτουργία μηχανών ή εγκαταστάσεων και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους, καθώς και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών σε συνδυασμό µε τα αποτελέσματα του ιατρικού ελέγχου των εργαζομένων.

β) να ενεργεί τακτικό έλεγχο και συντήρηση των μέσων, συσκευών ή συστημάτων που χρησιμοποιούνται, ώστε αυτά να λειτουργούν σωστά και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις.

γ) να προβλέπει και να λαμβάνει ειδικά επείγοντα μέτρα για τις περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, που μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες υπερβάσεις των «οριακών τιμών έκθεσης»,

δ) να εγκαθιστά σηματοδότηση προειδοποίησης και ασφάλειας των χώρων εργασίας και συστήματα συναγερμού.

ε) να τηρεί και να ενημερώνει, σύμφωνα µε τις σχετικές διατάξεις και τις οδηγίες της αρμόδιας αρχής, καταλόγους των εργαζομένων που εκτίθενται στους παράγοντες και βιβλία καταχώρησης των αποτελεσμάτων των ελέγχων που γίνονται.

8. Σε περίπτωση υπέρβασης μιας οριακής τιμής έκθεσης, ο εργοδότης καθορίζει, χωρίς καθυστέρηση, τα αίτια της υπέρβασης αυτής και εφαρμόζει, το ταχύτερο δυνατόν τα κατάλληλα επανορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης και τον περιορισμό της έκθεσης των εργαζομένων στα επιτρεπόμενα επίπεδα.

Στο ενδιάμεσο διάστημα χορηγεί στους εργαζόμενους, για προσωρινή χρήση, κατάλληλα ατομικά μέσα προστασίας.

Γ. Π.Δ. 15/1999 «Τροποποίηση του π.δ 186/95 «προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 90/679/ΕΟΚ και 93/88/ΕΟΚ» όπως τροποποιήθηκε με το π.δ 174/97 σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 97/59/ΕΚ και 97/65/ΕΚ της Επιτροπής

1. Για κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης σε βιολογικούς παράγοντες, ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεσή του µια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων. Στην εκτίμηση αυτή προσδιορίζεται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατό να αξιολογούνται όλοι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων και να καθορίζονται τα ληπτέα μέτρα.

2. O εργοδότης πρέπει να αποφεύγει την χρήση επιβλαβών βιολογικών παραγόντων, εφ όσον αυτό επιτρέπεται από τη φύση της δραστηριότητας, αντικαθιστώντας τους από βιολογικούς παράγοντες οι οποίοι υπό τις συνθήκες χρήσης τους και βάσει των υπαρχουσών γνώσεων είναι ακίνδυνοι ή λιγότερο επικίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων.

3. Σε κάθε περίπτωση ο κίνδυνος έκθεσης του εργαζομένου πρέπει να μειώνεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε να προστατεύεται επαρκώς η υγεία και η ασφάλεια του.

4. Οι  εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε

α. Οι εργαζόμενοι δεν τρώγουν και δεν πίνουν στους χώρους εργασίας στους οποίους υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης από βιολογικούς παράγοντες,  

β. Να χορηγείται στους εργαζόμενους κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

γ. Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων επαρκείς και κατάλληλες εγκαταστάσεις λουτρών και αποχωρητηρίων, καθώς και ενδεχομένως συστήματα για την πλύση των ματιών ή/και αντισηπτικά του δέρματος.

δ. Να φροντίζουν για την απολύμανση και τον καθαρισμό ή, εφόσον είναι απαραίτητο, την καταστροφή του ιματισμού και του προστατευτικού εξοπλισμού.

ε. Να εκπαιδεύουν κατάλληλα τους εργαζόμενους, ιδίως µε τη μορφή ενημέρωσης και οδηγιών, σχετικά µε,

α) τους ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία,

β) τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη της έκθεσης,

γ) τις απαιτήσεις υγιεινής,

δ) την χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού και ιματισμού,

ε) τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι σε περίπτωση ατυχήματος και για την πρόληψη ατυχημάτων.

Δ. Π∆ 338/2001 «Προστασία της υγείας και ασφαλείας των εργαζομένων κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες»

α) Καθορίζει ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία των εργαζομένων στον χώρο εργασίας από τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους, που προέρχονται ή ενδέχεται να προέλθουν, από την επίδραση χημικών παραγόντων οι οποίοι υπάρχουν στο χώρο εργασίας, ή ως αποτέλεσμα οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας όπου υπεισέρχονται χημικοί παράγοντες.

β) Ο εργοδότης πρέπει διασφαλίσει ότι ο κίνδυνος από επιβλαβή χημικό παράγοντα για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία έχει εξαλειφθεί, ή μειωθεί στο ελάχιστο.

γ) Ο εργοδότης οφείλει να αξιολογήσει αν στο χώρο εργασίας υφίστανται επιβλαβείς χημικοί παράγοντες.

Εάν αυτό συμβαίνει, εκτιμά κάθε κίνδυνο που οφείλεται στην παρουσία των εν λόγω χημικών παραγόντων.

δ) Οι κίνδυνοι, όπου υπεισέρχονται επιβλαβείς χημικοί παράγοντες εξαλείφονται ή περιορίζονται στο ελάχιστο µε

1. τον σχεδιασμό και την οργάνωση εργασίας στο χώρο εργασίας,

2. την πρόβλεψη κατάλληλου εξοπλισμού.

3. την μείωση στο ελάχιστο του αριθμού των εργαζομένων που υφίστανται, ή είναι πιθανόν να υποστούν έκθεση σε κίδυνο.

4. τον περιορισμό στο ελάχιστο της διάρκειας και της έντασης της έκθεσης με κατάλληλα μέτρα υγιεινής, όπως με περιορισμό της ποσότητας χημικών παραγόντων που υπάρχουν στο χώρο εργασίας στο ελάχιστο, με κατάλληλες διαδικασίες εργασίας που περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για τον ασφαλή χειρισμό, αποθήκευση και μεταφορά, εντός του χώρου εργασίας επιβλαβών χημικών παραγόντων και αποβλήτων που περιέχουν τέτοιους χημικούς παράγοντες.

Ε. Π∆ 399/1994 «Προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται µε την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση µε την οδηγία του Συμβουλίου 90/394/EOK

α) Έχει ως αντικείμενο την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε «καρκινογόνους παράγοντες, ή μεταλλαξιγόνους παράγοντες».

β) Κάθε δραστηριότητα, που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε καρκινογόνους παράγοντες, απαγορεύεται.

γ) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η υποκατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσης τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η παραγωγή και η χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιούνται σε κλειστό σύστημα, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

δ) Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η χρησιμοποίηση κλειστού συστήματος, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η έκθεση των εργαζομένων, να μειώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό και σε κάθε περίπτωση να είναι κάτω από τις οριακές τιμές εφόσον υπάρχουν.

ε) Ο εργοδότης εφαρμόζει και όλα τα ακόλουθα μέτρα προστασίας.

1. Περιορισμό των ποσοτήτων του «καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας.

2. Περιορισμό του αριθμού των εργαζομένων, που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν, στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

3. Σχεδιασμό των μεθόδων εργασίας και των μηχανικών μέτρων προστασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκλυση καρκινογόνων παραγόντων.

4. Δέσμευση του καρκινογόνου παράγοντα στην πηγή του με τοπική απορρόφηση, ή γενικό εξαερισμό.

5. Χρήση κατάλληλων μεθόδων μέτρησης των καρκινογόνων παραγόντων, ιδίως για την έγκαιρη ανίχνευση ασυνήθους έκθεσης οφειλόμενης σε απρόβλεπτο συμβάν, ή σε ατύχημα.

6.  Εφαρμογή κατάλληλων διαδικασιών και μεθόδων εργασίας.

7. Μέτρα συλλογικής προστασίας ή / και μέτρα ατομικής προστασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκθεση δεν μπορεί να αποφευχθεί µε άλλα μέσα.

8. Οριοθέτηση των επικίνδυνων ζωνών και χρήση κατάλληλων σημάτων προειδοποίησης και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων «απαγορεύεται το κάπνισμα» σε χώρους στους οποίους οι εργαζόμενοι εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε κίνδυνο.

9. Μέτρα υγιεινής και ατομικής προστασίας, όπως 

α) τακτικό καθαρισμό των δαπέδων, των τοίχων και των λοιπών επιφανειών.

β) Οι εργαζόμενοι να µην τρώνε, ή πίνουν, στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.  

γ) Παροχή κατάλληλου προστατευτικού ιματισμού με πρόβλεψη ύπαρξης χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού, τόσο αυτού, όσο και του προσωπικού των εργαζομένων  

δ) Θέση στην διάθεση των εργαζομένων καταλλήλων εγκαταστάσεων λουτρών και χώρων υγιεινής.

ΣΤ. ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΑΜΙΑΝΤΟ

Π.Δ. 212/2006 « Προστασία των εργαζομένων που εκτίθενται σε αμίαντο κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με την οδηγία 83/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/382/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την οδηγία 2003/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Κατήργησε το Π.Δ. 175/1997 (για την προστασία των εργαζομένων που εκτίθενται στον αμίαντο κατά την εργασία).

α) Το π.δ. εφαρμόζεται σε δραστηριότητες κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι εκτίθενται, ή ενδέχεται να εκτεθούν, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, σε σκόνη από αμίαντο, ή από υλικά που περιέχουν αμίαντο.

β) Το π.δ. έχει εφαρμογή κυρίως σε εργασίες κατεδάφισης, συντήρησης ή αφαίρεσης αμιάντου, ή υλικών που περιέχουν αμίαντο από κτίρια, κατασκευές, εγκαταστάσεις, πλοία κλπ.

γ) Το π.δ. εφαρμόζεται ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ως προς την παρουσία αμιάντου σε ένα υλικό ή κτίριο ή εγκατάσταση.

δ) Σε κίνδυνο βρίσκονται οι εργαζόμενοι μόνον όσοι έρχονται σε επαφή µε ίνες αμιάντου που είναι στον αέρα ελεύθερες, εφ όσον δηλαδή µε οποιοδήποτε τρόπο διαταραχθεί ο αμίαντος, ή τα υλικά που περιέχουν αμίαντο.

ε) Ο εργοδότης οφείλει να παίρνει όλα τα απαραίτητα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα, ώστε να αποφεύγεται, ή να ελαχιστοποιείται, η έκθεση των εργαζομένων στον αμίαντο..

στ) Η είσοδος στους χώρους εργασιών διαχείρισης αμιάντου πρέπει να επιτρέπεται µόνο στους εργαζόμενους, που εμπλέκονται στις εργασίες αυτές και πρέπει να υπάρχει σαφής οριοθέτηση και σήμανση των χώρων αυτών

ζ) Στους χώρους αυτούς απαγορεύεται το κάπνισμα.

η) Πρέπει να διευθετούνται κατάλληλοι χώροι εστίασης των εργαζομένων σε περιοχές απομονωμένες από τους χώρους εργασιών διαχείρισης αμιάντου, οι οποίοι να µην επιβαρύνονται µε οποιονδήποτε τρόπο από τη σκόνη αμιάντου.

θ) Πρέπει να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλα ενδύματα εργασίας ή προστασίας, ανάλογα µε την περίπτωση.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν βαμβακερές φόρμες μιας χρήσης, ώστε να µην απαιτείται η αποστολή τους σε ειδικά καθαριστήρια.

ι) Πρέπει να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλα, κράνος, ενδύματα προστασίας, γυαλιά, συσκευές αναπνοής κλπ.

Ζ. ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΒΕΝΖΙΝΟΛΙΟ

Ν. 61/1975 «Περί προστασίας των εργαζομένων εκ των κινδύνων των προερχομένων εκ της χρήσεως βενζολίου ή προϊόντων περιεχόντων βενζόλιο».

α) Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση του βενζολίου ή προϊόντων περιεχόντων βενζόλιο, ως διαλυτικών ή αραιωτικών ετέρων ουσιών, ιδία χρωμάτων, βερνικιών, τυπογραφικών μελανιών, και κολλών.

β) Επιτρέπεται η χρήση αυτών µόνο εντός κλειστών συσκευών, ή με εφαρμογή άλλων εξ ίσου ασφαλών μεθόδων εργασίας.

γ) Ο εργοδότης υποχρεούται όπως είναι εφοδιασμένος με τα  απαραίτητα προστατευτικά μέσα προς άμεσο χορήγηση στους εργαζομένους.

δ) Προστατευτικά μέσα είναι, κατάλληλη αναπνευστική συσκευή, γάντια, παπούτσια, καλύμματα κεφαλής, γυαλιά και ρούχα  

ε) Για κάθαρση της ατμοσφαίρας και προς αποτελεσματική διασφάλιση της υγείας των εργαζομένων, πρέπει να λαμβάνονται τα εξής μέτρα

1. Γενικός αερισμός, µε δυνατότητα ανανέωσης του αέρα των χώρων εργασίας 10-16 φορές κάθε ώρα και μέριµνα διατήρησης της θερμοκρασίας των χώρων εργασίας όχι κατώτερης των 16 βαθμών.

2. Τοπικός αερισμός με ελκυσμό των παραγομένων ατμών προς τα κάτω και σε ορισμένες περιπτώσεις, προς τα άνω. Οι απαγόμενοι ατμοί προ της αποβολής των στο εξωτερικό περιβάλλον, πρέπει να υποβάλλονται σε ειδική επεξεργασία προς εξουδετέρωσή των.

3. Κατασκευή των δαπέδων των χώρων εργασίας από αδιαπότιστο και άφλεκτο υλικό.

4. Τοποθέτηση στους χώρους εργασίας νιπτήρων συνεχούς παροχής ύδατος

5. Τοποθέτηση σε κατάλληλα σημεία εντός των χώρων εργασίας πυροσβεστήρων.

Η. εργασιεσ συγκολλησεΩΝ

Π.Δ. 95/1978 «Περί μέτρων υγιεινής και ασφάλειας των απασχολούμενων εις εργασίας συγκολλήσεων».

α) Αφορά εργασίες οξυγονοκολλήσεως και οξυγονοκοπής, ως και τοιούτων ηλεκτροσυγκολλήσεως με τόξο

β) Ο χρόνος παραμονής των εργαζομένων στον χώρο δεν δύναται να παρατείνεται πέραν των 5 ωρών.

γ) Οι εργαζόμενοι πρέπει να φέρουν κατάλληλη στολή εργασίας, δερμάτινο περίζωμα (εμπροσθέλλα), ειδικά γυαλιά, δερμάτινες περικνημίδες, γάντια και κάλυμμα  κεφαλής.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών