Εφαρμοστέο δίκαιο στα ναυτεργατικά ατυχήματα με στοιχεία αλλοδαπότητας.

Aπό την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ συνάγεται ότι, αν δεν ορίστηκε από τους συμβαλλομένους ρητά, ή σιωπηρά, το δίκαιο, που θα ρυθμίζει την ενοχή από την σύμβαση, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει σε αυτή από όλες τις προτεινόμενες από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενες ειδικές συνθήκες.

Εξ άλλου κατά τα άρθρα 3, 4 και 8 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΡΩΜΗ Ι (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ/593/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Ιουνίου 2008) που ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική και οικουμενική ισχύ, στην ενοχική σύμβαση τα συμβαλλόμενα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο.

Εάν το δίκαιο, το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν, δεν είναι το δίκαιο της χώρας η οποία συνδέεται στενότερα με την σύμβαση, τότε τηρούνται οι διατάξεις του τελευταίου δικαίου. Ωστόσο, αν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας.

Ειδικότερα στις συμβάσεις ναυτολόγησης το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται βάσει της αρχής της ελευθερίας επιλογής, με την προϋπόθεση ότι το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στον εργαζόμενο είναι ίδιο με εκείνο το οποίο προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής.

Στο μέτρο, που το εφαρμοστέο στην σύμβαση ναυτολόγησης δίκαιο δεν έχει επιλεγεί από τα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία, ή, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατ’ εκτέλεση της σύμβασης, ή, από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης που προσέλαβε τον εργαζό­μενο, ή, όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 16 ν. 551/1915 και 66 ΚΙΝΔ, συνάγεται ότι η ευθύνη από ναυτεργατικό ατύχημα, που είναι διάφορη και δεν ταυτίζεται με την ευθύνη από αδικοπραξία, έχει δε ως προϋπόθεση το βίαιο συμβάν, που αποτελεί τον πυρήνα της έννοιας του ναυτεργατικού ατυχήματος και λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση, ή εξ αφορμής, της εργασίας, δεν ρυθμίζεται από το κατά το άρθρο 26 ΑΚ εφαρμοστέο δίκαιο επί των ενοχών που απορρέουν από αδίκημα, αλλά από το δίκαιο που διέπει την σύμβαση ναυτικής εργασίας, δηλαδή εκείνο που ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ και είναι το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν και,  ελλείψει τούτου το εξ όλων των συνθηκών αρμόζον σύμφωνα με τον ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΡΩΜΗ Ι.

Κατά συνέπεια στα ναυτεργατικά ατυχήματα εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας, που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Σε περίπτωση που δεν έχει γίνει επιλογή δικαίου εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας που συνδέεται στενότερα με την σύμβαση ναυτικής εργασίας, άλλως το δίκαιο της χώρας, όπου ο ναυτικός παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ναυτικής εργασίας, το οποίο δεν είναι άλλο από το δίκαιο της σημαίας του πλοίου.

Επεται ότι, αν η σύμβαση ναυτολόγησης διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, κατά το δίκαιο τούτο θα κριθούν τα εκ του ναυτεργατικού ατυχήματος προκύπτοντα ζητήματα, όπως τόσο η υπαιτιότητα για την πρόκλησή του, όσο και οι εκ τούτου πηγάζουσες αξιώσεις και υποχρεώσεις και δη ποία τα δικαιούμενα αποζημιώσεως και ποία τα ενεχόμενα σε καταβολή αυτής πρόσωπα, ως και η έκταση αυτής (ΑΠ  356/2002, ΕφΠειρ 231/2014, ΕφΠειρ 309/2013). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών