Η Διεθνής Σύμβαση της Γενεύης (C.M.R.)

Η από 19-5-1956 Διεθνής Σύμβαση της Γενεύης «επί του συμβολαίου διά την διεθνήν μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (CMR)» άλλως Σύμβαση «CMR», που κυρώθηκε με τον ν. 559/1977 και τέθηκε σε ισχύ από 12-3-1977 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, εφαρμόζεται στην μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς, που γίνεται με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των και η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα (διεθνής οδική μεταφορά).

Α. Εφαρμογή.

1. Η Σύμβαση  δεν εφαρμόζεται, α) επί μεταφοράς εκτελουμένης δυνάμει των όρων διεθνούς ταχυδρομικής σύμβασης, β) επί νεκρικών αποστολών και γ) επί μεταφορών επίπλων.

2. Η Σύμβαση εφαρμόζεται ασχέτως του εάν αυτός, που ανέλαβε την μεταφορά, την ανέθεσε περαιτέρω σε τρίτον. Έτσι, εάν η μεταφορά διέπεται από μοναδικό συμβόλαιο και εκτελεσθεί από διαδοχικούς οδικούς μεταφορείς, κάθε ένας από αυτούς είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση ολόκληρης της μεταφοράς, του δευτέρου μεταφορέα και κάθε επομένου καθισταμένου συμβαλλομένου στο συμβόλαιο της μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παράδοσης, λόγω αποδοχής από αυτούς των εμπορευμάτων και του δελτίου παράδοσης.

3. Η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται, όταν αναφέρεται ρητά στο συμβόλαιο ότι η μεταφορά θα ανατεθεί σε τρίτον, ή ότι ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει απλώς την μέριμνα για την εξεύρεση μεταφορέα. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει συμβόλαιο μεταφοράς κατά την έννοια της Σύμβασης, αλλά σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Σύμβασης.

4. Η Σύμβαση εφαρμόζεται και όταν η σύμβαση μεταφοράς συνάπτεται απ ευθείας μεταξύ του μεταφορέα και του παραλήπτη του εμπορεύματος, ή μεταξύ του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και του μεταφορέα, ή μεταξύ του τελευταίου και του υπομεταφορέα και σε κάθε άλλη περίπτωση, αρκεί να πρόκειται περί αυτοτελούς σύμβασης μεταφοράς, η οποία αναφέρεται στην εκτέλεση ενός συγκεκριμένου ταξιδιού μεταφοράς, χωρίς να γίνεται μνεία ότι θα ανατεθεί η μεταφορά αυτή σε τρίτον.

Β. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς.

1. Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς αναλαμβάνει, κατά τα άρθρα 90 επ. και 95 επ. ΕμπΝ, με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα (φορτωτή), να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, ότι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και την σύναψη με αυτόν σύμβαση για την εκτέλεση της μεταφοράς.

2. Εκτός από τον παραγγελιοδόχο, ο οποίος μεριμνά για την όλη μεταφορά, είναι δυνατόν η μέριμνα για τμήμα αυτής, ή για την τελική παραλαβή των πραγμάτων, να ανατεθεί σε ενδιάμεσο παραγγελιοδόχο, ή σε παραγγελιοδόχο παραλαβής. Αυτός συμβάλλεται με τον αρχικό παραγγελιοδόχο και ενεργεί για λογαριασμό μεν του αρχικού παραγγελιοδόχου στο δικό του όμως όνομα.

3. Τόσο ο αρχικός παραγγελιοδόχος της όλης μεταφοράς, όσο και ο ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος, ή ο παραγγελιοδόχος παραλαβής, ευθύνονται εγγυητικώς, ο μεν πρώτος για κάθε καθυστέρηση, ζημία, ή απώλεια, των μεταφερομένων πραγμάτων, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της μεταφοράς και κατά την παραλαβή, έστω και αν τμήμα της μεταφοράς, ή η παραλαβή, έγιναν με την φροντίδα ενδιάμεσου παραγγελιοδόχου, ο δε ενδιάμεσος παραγγελιοδόχος ευθύνεται μόνο για το τμήμα της μεταφοράς που έχει ο ίδιος αναλάβει.

4. Η εγγυητική ευθύνη των ανωτέρω προσώπων υπάρχει ανεξαρτήτως πταίσματός τους, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, ή αν «υπήρξε ακαταμάχητος δύναμης». Έτσι, σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης παραγγελίας μεταφοράς, ο παραγγελέας αποστολέας, ή ο παραλήπτης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, έχει, παραλλήλως προς τις αξιώσεις του κατά του μεταφορέα, και αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς για την απώλεια, ζημία, ή καθυστέρηση, των εμπορευμάτων κατά την μεταφορά από την μεταξύ τους σύμβαση παραγγελίας, από την οποία απορρέει η από το άρθρο 97 ΕμπΝ εγγυητική ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, ο οποίος ενέχεται στο μέτρο που υπάρχει ευθύνη του μεταφορέα.

Γ. Φορτωτική.

Η σύμβαση μεταφοράς επιβεβαιώνεται με την φορτωτική (CMR), η οποία εκδίδεται σε τρία αντίγραφα, που υπογράφονται από τον αποστολέα και τον μεταφορέα. Το πρώτο από αυτά παραδίδεται στον αποστολέα, το δεύτερο συνοδεύει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα και το τρίτο κρατείται από τον μεταφορέα.

1. Η φορτωτική περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία

α) την ημερομηνία και τον τόπο που εκδόθηκε.

β) το όνομα και την διεύθυνση του αποστολέα.

γ) το όνομα και την διεύθυνση του μεταφορέα.

δ) τον τόπο και την ημερομηνία παραλαβής των προς μεταφορά εμπορευμάτων και τον οριζόμενο προς παράδοση τόπον.

ε) το όνομα και την διεύθυνση του παραλήπτη.

στ) την περιγραφή της φύσης των εμπορευμάτων και τον τρόπο συσκευασίας, και σε περίπτωση επικινδύνων εμπορευμάτων, την γενικώς παραδεδεγμένη περιγραφή.

ζ) τον αριθμό των δεμάτων και τα ειδικά σημεία και αριθμούς αυτών.

η) το μικτό βάρος των εμπορευμάτων, ή την ποσότητα αυτών.

θ) χρεώσεις, που αφορούν την μεταφορά (χρεώσεις μεταφοράς, συμπληρωματικές χρεώσεις, τελωνειακοί δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις).

ι) οδηγίες για τις τελωνειακές και λοιπές διατυπώσεις.

ια) δήλωση ότι η μεταφορά υπόκειται ασχέτως οιουδήποτε αντιθέτου όρου στις διατάξεις της Σύμβασης.

2. Η φορτωτική μπορεί να περιλαμβάνει, οποιαδήποτε άλλη δήλωση, όπως

α) δεν επιτρέπεται μεταφόρτωση.

β) το ποσό των χρεώσεων των "πληρωτέων επί τη παραδόσει".

γ) δήλωση της αξίας των εμπορευμάτων και ειδικό ενδιαφέρον κατά την παράδοση.

δ) οδηγίες, που αφορούν την ασφάλιση των εμπορευμάτων.

ε) το συμφωνηθέν χρονικό όριο εντός του οποίου δέον να συντελεσθεί η μεταφορά.

στ) επιφυλάξεις του μεταφορέα, όπως για την κατάσταση των εμπορευμάτων, την συσκευασία, την φόρτωση και στοίβαξη, αν δεν την έκανε αυτός. Οι εν λόγω επιφυλάξεις δεν δεσμεύουν τον αποστολέα, παρά μόνο αν συμφώνησε ρητώς να δεσμευθεί.

3. Ο αποστολέας έχει δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα, ζητώντας από τον μεταφορέα να σταματήσει την διαμετακόμισή τους, να αλλάξει τον τόπο της παράδοσής τους, ή και να τα παραδώσει σε άλλον παραλήπτη, διαφορετικό από τον αναφερόμενο στην φορτωτική.

4. Το δικαίωμα αυτό του αποστολέα παύει να υφίσταται, όταν το δεύτερο αντίγραφο της φορτωτικής παραδοθεί στον παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή όταν ο ίδιος ο παραλήπτης ασκήσει τα δικαιώματα, που του παρέχονται από την διάταξη του άρθρου 13 της CMR, σύμφωνα με την οποία, μετά την άφιξη των εμπορευμάτων στον τόπο παράδοσής τους, ο παραλήπτης δικαιούται να ζητήσει από τον μεταφορέα να του παραδώσει το δεύτερο αντίγραφο, καθώς επίσης και τα εμπορεύματα.

5. Αν η ζημία, ή απώλεια, των εμπορευμάτων διαπιστωθεί, ή αν αυτά δεν φθάσουν μετά την λήξη του προβλεπομένου από το άρθρο 19 της CMR χρονικού διαστήματος (δηλ. όταν δεν παραδοθούν εντός του συμφωνημένου χρονικού ορίου ή, σε περίπτωση μη υπάρξεως τέτοιας συμφωνίας εντός του χρόνου που κρίνεται εύλογος για μια παρόμοια επιμελή μεταφορά) ο παραλήπτης δικαιούται να ασκήσει επ` ονόματί του κατά του υπαίτιου μεταφορέα οποιαδήποτε δικαιώματα προκύπτουν από τη σχετική σύμβαση μεταφοράς.

Δ. Επιφύλαξη παραλήπτη.

1. Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα και ελέγχοντάς τα με τον μεταφορέα, σε εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, τα βρει μερικώς απολεσθέντα, ή ζημιωθέντα, οφείλει να κάνει επί της φορτωτικής, ή σε οποιοδήποτε συνοδευτικό έγγραφο της μεταφοράς, δήλωση μερικής απώλειας, ή ζημίας (επιφύλαξη).

2. Εάν ο παραλήπτης παραλάβει τα εμπορεύματα, χωρίς να ελέγξει την κατάστασή των με τον μεταφορέα σε μη εμφανή μερική απώλεια, ή ζημία, ή χωρίς να προβεί σε επιφύλαξη στην φορτωτική, οφείλει σε χρόνο, όχι  αργότερο των επτά ημερών από την παράδοση, να κοινοποιήσει στον μεταφορέα επιφύλαξη. Εξαιρούνται οι Κυριακές και επίσημες αργίες.

3. Η  ημερομηνία παράδοσης, ή, η ημερομηνία ελέγχου, ή, η ημερομηνία κατά την οποία τα εμπορεύματα τέθηκαν στην διάθεση του παραλήπτη, δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό των επτά ημερών.

4. Η έλλειψη επιφύλαξης αποτελεί απόδειξη «PRIMA FACIE» ότι ο παραλήπτης παρέλαβε τα εμπορεύματα στην κατάσταση που αναφέρεται στην φορτωτική. Γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη άσκησης από τον παραλήπτη επιφύλαξης κατά την παραλαβή σε εμφανείς ζημίες, ή εντός επτά ημερών από την παραλαβή σε μη εμφανείς ζημίες, δεν έχει ως συνέπεια την απώλεια των σχετικών αξιώσεων, αλλά μαχητό τεκμήριο κανονικής παράδοσης, μετακυλιουμένου στον παραλήπτη του βάρους απόδειξης της ζημίας και του χρόνου εντός του οποίου συνέβη.

Ε. Καθυστέρηση παράδοσης εμπορεύματος.

1. Καθυστέρηση παράδοσης νοείται ότι έλαβε χώρα, όταν τα εμπορεύματα δεν παρεδόθησαν εντός του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, ή, όταν, μη υπάρχοντος συμπεφωνημένου χρονικού ορίου η πραγματική διάρκεια της μεταφοράς, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών της περίπτωσης και ειδικώς στην περίπτωση  τμηματικών φορτίων του απαιτουμένου χρόνου για την συμπλήρωση πλήρους φορτίου κατά κανονικό τρόπο, υπερβαίνει τον χρόνο, ο οποίος θα ήτο εύλογο να γίνει επιτρεπτός για επιμελή μεταφορέα.

2. Το γεγονός ότι εμπορεύματα δεν παρεδόθησαν εντός τριάκοντα ημερών από την λήξη του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, ή εάν δεν υπάρχει συμπεφωνημένο χρονικό όριο, εντός εξήκοντα ημερών από του χρόνου που ο μεταφορέας παρέλαβε τα εμπορεύματα, αποτελεί οριστική απόδειξη απώλειας των εμπορευμάτων.

3. Ο παραλήπτης οφείλει να κοινοποιήσει εγγράφως επιφύλαξη στον μεταφορέα εντός είκοσι μίας ημερών από του χρόνου που τα εμπορεύματα τέθηκαν στην διάθεσή του.

ΣΤ. Δικαίωμα διάθεσης εμπορεύματος - μετάθεση κινδύνου.

1. Αυτός που έχει το κατά το άρθρο 12 παρ. 1 της CMR δικαίωμα της διάθεσης των εμπορευμάτων είναι ο φορέας της αξίωσης για αποζημίωση, λόγω απώλειας, ή βλάβης αυτών και το εν λόγω δικαίωμα, το οποίο νομιμοποιεί ενεργητικώς τον ζημιωθέντα να στραφεί κατά του μεταφορέα και να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, αποκτά ο παραλήπτης των πραγμάτων, αν ο αποστολέας αυτών προβεί σε σχετική προς τούτο εγγραφή στην φορτωτική, ή εάν, μετά την άφιξη αυτών, ή την διαπίστωση της απώλειάς, ή της βλάβης, ασκήσει ο ίδιος τα από το άρθρο 13 της CMR παρεχόμενα δικαιώματά του.

2. Επομένως δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως του ποίος από τους δύο έχει το δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 της CMR και ειδικότερα, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή ζημίας, των μεταφερόμενων πραγμάτων.

3. Τούτο ρυθμίζεται με τις ρήτρες «Incoterms 2010», που, πέραν της ρύθμισης της υποχρέωσης κατάρτισης της σύμβασης μεταφοράς, της σύμβασης ασφάλισης και της υποχρέωσης φόρτωσης του εμπορεύματος στο μεταφορικό μέσο, ρυθμίζουν και την μετάθεση του κινδύνου απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων πραγμάτων στον αγοραστή, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τις έχουν ενσωματώσει στο τιμολόγιο πώλησης, ή στην φορτωτική.  

4. Σημειώνεται ότι, η μεταβίβαση της κυριότητας των πωληθέντων πραγμάτων στον αγοραστή δεν επέρχεται μόνο με την πλασματική παράδοση των πραγμάτων με την φόρτωσή των στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, αλλά απαιτείται να επέλθει και η μετάθεση της νομής των πωληθέντων πραγμάτων,  που γίνεται με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ.

5. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πώληση των πραγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν για την μεταφορά τους στον αγοραστή, ως παραλήπτη με την σύμβαση που συνήψε ο πωλητής ως αποστολέας, ήταν πώληση διεπόμενη από ρήτρα «Incoterm 2010», ώστε ο κίνδυνος να μεταστεί από την παράδοση για μεταφορά των εμπορευμάτων στον αγοραστή - παραλήπτη, δεν σημαίνει για αυτό και μόνο το λόγο, ότι απέκτησε ο αγοραστής το δικαίωμα της διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, αν δεν επέλθει προηγουμένως η μετάθεση της νομής τούτων με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων

Ζ. Ευθύνη μεταφορέα.

Ο μεταφορέας ευθύνεται, α) συμβατικά (αντικειμενική ευθύνη), β) από «ηθελημένη κακή διαχείριση» και γ) εξωσυμβατικά (αδικοπρακτική συμπεριφορά).

α) Συμβατική αντικειμενική ευθύνη.

1. Ο μεταφορέας ευθύνεται για την απώλεια, ή την βλάβη, των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις, αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

2. Ο μεταφορέας απαλλάσσεται της ευθύνης, εάν η απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, οφείλεται  σε ένα από τα παρακάτω αίτια (παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR).

α) από εσφαλμένη ενέργεια, ή αμέλεια, του προβάλλοντος απαίτηση.

β) από οδηγίες, που έχουν δοθεί στον μεταφορέα από τον προβάλλοντα απαίτηση.

γ) από κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων.

δ) λόγω συνθηκών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν δύνατο να αποφύγει και τας συνεπείας των οποίων δεν δύνατο να προλάβει.

ε) σε χρησιμοποίηση ανοικτών ακαλύπτων οχημάτων, όταν η χρησιμοποίηση  αυτών ρητώς συμφωνήθηκε και αναφέρθηκε στο δελτίο παραδόσεως.

στ) σε έλλειψη, ή ελαττωματική κατάσταση της συσκευασίας στην περίπτωση εμπορευμάτων τα οποία, εκ της φύσεως αυτών, υπόκεινται σε φθορά, ή βλάβη, όταν δεν είναι συσκευασμένα ή καταλλήλως συσκεασμένα.

ζ) σε χειρισμό, φόρτωση, στοιβασία, ή εκφόρτωση των εμπορευμάτων από τον αποστολέα, παραλήπτη, ή προσώπων ενεργούντων για λογαριασμό του αποστολέα, ή του παραλήπτη.

η) όταν η φύση ορισμένων ειδών εμπορευμάτων, τα εκθέτει σε ολική, ή μερική απώλεια, ή βλάβη, κυρίως λόγω θραύσεως, σκωρίας, σήψεως, αποξηράνσεως, ροής, συνήθους φύρας, ή η της επενεργείας σκώρων ή ζωυφίων.

θ) σε ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα σημείων και αριθμών επί των δεμάτων.

ι) σε μεταφορά ζώντων ζώων.

3. Ο μεταφορέας δεν απαλλάσσεται της ευθύνης,  

α) λόγω ελαττωματικής κατάστασης του χρησιμοποιουμένου οχήματος προς εκτέλεση της μεταφοράς,

β) λόγω εσφαλμένης ενεργείας ή αμελείας του προσώπου παρά του οποίου τυχόν μίσθωσε το όχημα, ή των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του τελευταίου.

β) Από «ηθελημένη κακή διαχείριση».

1. Κατ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1 της CMR, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να απαλλαχθεί της συμβατικής αντικειμενικής ευθύνης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» δικής του, ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για την εκτέλεση της μεταφοράς.

2. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί απόδοση στα ελληνικά του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της σύμβασης και ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώση του ότι η πράξη, ή παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως, κατ ανάγκη να το αποδέχεται.

3. «Ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μεταξύ άλλων η κλοπή εμπορευμάτων μετά την στάθμευση του έμφορτου φορτηγού αυτοκινήτου σε αφύλαχτο χώρο και η εγκατάλειψή του από τον οδηγό, ιδίως κατά την διάρκεια της νύκτας, ή και μόνη η στάθμευση και η διανυκτέρευση του φορτηγού σε χώρο μη φυλασσόμενο. Η αμελής, όμως, και μόνο συμπεριφορά κατά την οδήγηση του φορτηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση του οχήματος, δεν στοιχειοθετεί ηθελημένη κακή διαχείριση.

γ) Εξωσυμβατική αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Πέραν της παραπάνω ευθύνης του μεταφορέα, για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, μπορεί να γεννηθεί κατά την ελληνική νομοθεσία,  σύμφωνα με τα άρθρα 914, 922, 330, 297, 298 ΑΚ ζήτημα εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης του μεταφορέα, ή των προστηθέντων προσώπων που χρησιμοποίησε κατά την μεταφορά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που, από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προστηθέντος κατά την μεταφορά οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου με το οποίο μεταφέρονταν τα εμπορεύματα, αυτά καταστράφηκαν ή βλάφθηκαν.

Η. Η αποζημίωση.

Η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά, η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας.

α) Αποζημίωση με περιορισμό βάρους.

1. Το ύψος της αποζημίωσης για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων από την συμβατική αντικειμενική ευθύνη του μεταφορέα (όταν δηλαδή δεν οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, ή εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη ) δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους. Ως μονάδα λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα (SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

2. Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Ως λοιπές επιβαρύνσεις νοούνται, κατά νόμο, εκείνες που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο.

3. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα, τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και επομένως δεν αποκαθίστανται.

4. Το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) του μεταφορέα, ή από την ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής σε αυτόν, οπότε και ολοκληρώνεται, κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκηση της αγωγής.

β) Αποζημίωση χωρίς περιορισμό βάρους.

1. Αν προκύψει ζημία των εμπορευμάτων από «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο μεταφορέας δεν μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης, που αποκλείουν την ευθύνη του, ή περιορίζουν, κατά τα ως άνω, την οφειλόμενη αποζημίωση, αλλά ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Σύμβασης, δηλαδή μέχρι την αξία του ζημιωθέντος εμπορεύματος.

2. Στην περίπτωση εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, ευθύνονται απεριόριστα κατά τα άρθρα 914, 922, 330, 297, 298 ΑΚ. Μπορούν, όμως, να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης.

Θ. Αποζημίωση σε δηλωθέν ενδιαφέρον.

Ο αποστολέας δύναται κατόπιν συμφωνίας με τον μεταφορέα, με εγγραφή στην φορτωτική, έναντι καταβολής συμπληρωματικού ναύλου, να δηλώσει την αξία του  εμπορεύματος, ή να καθορίσει ένα ποσό αποζημίωσης, σε περίπτωση  απώλειας ή ζημίας, ή υπέρβασης του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή  η αποζημίωση για την απώλεια, ή ζημία, ή υπέρβαση του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου παράδοσης, ανέρχεται μέχρι του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού του δηλωθέντος ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως των προβλεπομένων από την CMR περιορισμών αποζημίωσης.

Ι. Άσκηση αγωγών.

1. Ο έχων απαίτηση κατά του μεταφορέα δύναται να εγείρει αγωγή ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου συμβαλλομένης χώρας, που έχει ρητά ορισθεί στην σύμβαση μεταφοράς.

2. Επιπρόσθετα μπορεί να εγείρει την αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων χώρας στην επικράτεια της οποίας

α) Ο μεταφορέας διαμένει συνήθως, ή έχει την έδρα των εργασιών του, ή το υποκατάστημα, ή πρακτορείο μέσω του οποίου συνάφθηκε η σύμβαση μεταφοράς, 

β) ευρίσκεται ο τόπος στον οποίον παρελήφθησαν τα εμπορεύματα από τον μεταφορέα, ή ο ορισθείς τόπος για την παράδοση.

ΙΑ. Παραγραφή απαιτήσεων.

1. Η απαίτηση του έχοντος αξίωση αποζημίωσης κατά του μεταφορέα παραγράφεται εντός έτους από την παράδοση, ή του χρόνου που έπρεπε να παραδοθεί το εμπόρευμα.

2. Στην περίπτωση της «ηθελημένης κακής διαχείρισης ο χρόνος παραγραφής είναι τριετής.  

3.Στην περίπτωση εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής.

(ΕφΑθ 4350/2008, ΕφΠειρ 246/2006, ΕφΑθ 4300/2006, ΕφΠειρ 963/1990, (ΟλΑΠ 33/1998, Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 180/1995, ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002, ΑΠ 340/1992, ΕφΠειρ 1542/1988, ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004, ΑΠ 303/1992,  ΕφΑθ 2640/2001, ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001, ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 2132/2001, ΕφΠειρ 1065/2007, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΑθ 773/2005, ΕφΠειρ 639/2012, ΕφΑθ 6550/2009,ΤρΕφΑθ 640/2015, ΑΠ 1729/2014).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών