Κατάσχεση και πλειστηριασμός από Τράπεζα ακινήτου πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άσκηση από την καθ ης Τράπεζα του δικαιώματός της, να κατάσχει προς πλειστηριασμό ακίνητο πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, γιατί η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας, συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9-1-2014, χωρίς την σύμπραξη Γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αιτούντος: Του ..., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, οδός ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..Της καθ' ης η αίτηση: Της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία……που έχει έδρα στην Αθήνα, οδός……νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον ειδικό εκκαθαριστή της, η οποία παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου….Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 7.1.2014 αίτηση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …..και αριθμό κατάθεσης δικογράφου….και η οποία προσδιορίστηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται ανωτέρω, το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά.ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ για τη στήριξη της αναστολής απαιτείται η ανακοπή να είναι νόμω βάσιμη, υπό την έννοια ότι περιέχει τουλάχιστον ένα λόγο που στηρίζεται στο νόμο. Εκτός από το νόμω βάσιμο της ανακοπής η διάταξη της παρ. 1 του ως άρθρου, μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν. 2145/1993 απαιτεί συμπλεκτικώς τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων αυτοτελών για τη χορήγηση της αναστολής, δηλαδή και την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν ταυτίζεται ουσιαστικά με τη βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής του άρθρου 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ. Έτσι αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής δεν νοείται βλάβη και κατ' ακολουθίαν αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Ε αρθρ. 938, παρ. 44, 45). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν, η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ Ια ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. Ιβ' ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Αν, όμως, η αντίθεση στα κριτήρια του 281 ΑΚ αφορά πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού ο λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 95/2006 ΕλλΔνη 2006, 475, ΑΠ 1107/2004 ΕλλΔνη 46,108, ΑΠ 916/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2003 ΕλλΔνη 45, 126, ΑΠ 69/2001 ΕλλΔνη 42, 916, ΑΠ 370/2001 ΝοΒ 50, 345, Εφθεσ 587/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ).  Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος, ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 1248/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΔΙΚΗ 2006, 1310, ΑΠ 205/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ196/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41, 1315, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41, 1316, ΑΠ 1084/1999 ΕλλΔνη 40, 1541, ΑΠ 971/1998 ΕλλΔνη 40, 278, ΑΠ 551/1998 ΕλλΔνη 39, 1296, ΑΠ 1250/1996 ΕΕΝ 1998, 296, ΑΠ 558/1995 ΕλλΔνη 1996, 591, ΕΕΝ 1996,457, ΝοΒ 1997,35). Ο αιτών επικαλούμενος ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητεί να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση, που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ' ης τραπεζική εταιρεία, με τη διενέργεια στις…..πλειστηριασμού ακινήτου του, δυνάμει της υπ' αριθμ….Γ' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών…..μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας νομοτύπως από….ανακοπής, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η αίτηση εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (933 και 938 παρ. 2 ΚΠολΔ) να την εκδικάσει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 938 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως…..που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του πρώτου λόγου της ασκηθείσας ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο ο ανακόπτων ζητά να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, που ορίστηκε για την……με την υπ' αρ. ……Γ' Επαναληπτική Περίληψη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών…..επειδή η απαίτηση της καθ' ης, όπως συνομολογείται και από την τελευταία, ανέρχεται στο ποσό των 56.842,00 ευρώ, ενώ η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. 382/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 1.200.000 ευρώ και επομένως ή καθ' ης ενεργεί καταχρηστικά, επισπεύδοντας τον επίδικο πλειστηριασμό, καθώς η αξία του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το ποσό της απαίτησης της. Πράγματι, η συμπεριφορά της καθ' ης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν ανωτέρω στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Τούτο, διότι, υπάρχει προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στο εκτελούμενο ανωτέρω χρέος και την πραγματική αξία του ακινήτου του καθ' ου, για την ικανοποίηση του οποίου κατασχέθηκε και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.167,55 τ.μ., μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος τυροκομείου και των σε αυτό εγκαταστάσεων και πάσης φύσεως μηχανημάτων που βρίσκεται στη θέση…..ή…..ή….της περιοχής…της πρώην κτηματικής περιφέρειας του Δήμου…Αττικής, του τέως Δήμου….εκτός σχεδίου πόλεως και ήδη του Δήμου….Αττικής της Περιφερειακής Ενότητας….της Περιφερείας Αττικής. Παρέπεται ότι η άσκηση από την καθ' ης του δικαιώματος της να κατάσχει προς πλειστηριασμό το πολλαπλάσιας αξίας, σε σχέση με την απαίτηση της, ακίνητο του ανακόπτοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, διότι η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ' ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση του ανωτέρω λόγου της ανακοπής και περαιτέρω η ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών