Νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η Τράπεζα με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην ασκήσει τις αξιώσεις της από σύμβαση δανείου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ ης Τράπεζα, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της, που απορρέουν από τις συμβάσεις δανείων, που έχει συνάψει με την αιτούσα, εφόσον αυτό αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της, που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο.

Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης.

Δεν δικαιούται το Δικαστήριο να υποχρεώσει την καθ' ης Τράπεζα προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί δηλαδή  σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.).

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Σοφία Πλατάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 25 Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την με αριθμό κατάθεσης……αίτηση μεταξύ των διαδίκων: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της ... κατοίκου Νέας Ιωνίας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο……ΤΗΣ ΚΑΘ ΉΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία……και τον διακριτικό τίτλο……που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος, δυνάμει της υπ' αριθμό…..απόφασης νομίμως δημοσιευμένης στο υπ'αριθμό ΦΕΚ…της….λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεώς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο…..ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι, ως εκπροσωπήθηκαν, ζήτησαν να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και οι ισχυρισμοί τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τα άρθρα 731 και 732 του ΚΠολΔ προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων, με τα οποία ορισμένη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων αντιμετωπίζεται προσωρινά, μέχρι να κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν, εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κυρίας δίκης. Η ως άνω προσωρινή ρύθμιση κατάστασης έχει ευρύτερο αντικείμενο από την απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιϊκή ειρήνη. Η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης διακρίνεται: α) σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης (άρθρα 731 και 733, 734 ΚΠολΔ), όπου η υποχρέωση για ενέργεια ή ανοχή αφορά υλική πράξη, ενώ η υποχρέωση για παράλειψη αφορά είτε υλική είτε νομική πράξη και β) σε προσωρινή λήψη ρυθμιστικών μέτρων διαπλαστικού χαρακτήρα (άρθρα 732, 735, 736 ΚΠολΔ). Βασική προϋπόθεση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης είναι η ύπαρξη διάταξης του ισχύοντος δικαίου που να προβλέπει την παροχή εννόμου προστασίας υπό τους όρους, το περιεχόμενο και την έκταση, τη μορφή και το συνδυασμό των οποίων ζητείται η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ασφαλιστέας αξίωσης δηλαδή η «κατάσταση» της οποίας ζητείται η προσωρινή ρύθμιση, πρέπει να υπήρχε ήδη στο παρελθόν ή να βρισκόταν στο στάδιο της δημιουργίας και να διαταράχθηκε ή να ανατράπηκε. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο προσωρινής ρύθμισης μιας κατάστασης η «προσωρινή» αναγνώριση της ύπαρξης ή μη εννόμου σχέσεως, αφού η αναγνώριση αυτή κατ* άρθρο 70 ΚΠολΔ μπορεί να είναι αντικείμενο μόνο της κύριας υπόθεσης, δηλαδή της διαγνωστικής δίκης με την οποία ζητείται η οριστική δικαστική προστασία («Ασφαλιστικά Μέτρα», I. Χαμηλοθώρη σελ. 299 επ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθεί ο κανόνας της τελευταίας διατάξεως του άρθρου 692 παρ. 4 με την οποία ορίζεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν πρέπει να συνίσταται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, με εξαίρεση μόνο τη διάταξη του άρθρου 728 του ίδιου Κώδικα. Σκοπός δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση (Βλ. Τζίφρα, Ασφαλ. μέτρα, έκδ. 1985, σελ. 57, ΜΠρΑΘ 7007/1982 ΕλλΔνη 23,332, ΜΠρΑΘ 2945/1996 ΕλλΔνη 1997 177). Εξάλλου, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μετρό της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο διαφέρει, κατά το σκοπό του οπό τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού κι αυτό συνδέεται με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας έως την περάτωση της κύριας διαγνωστικής δίκης, αμετακλήτων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης (ΜΠρΧαλκ 864/2006, ΜΠρΘεσ 17800/2002 Νόμος, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρο, 1985, σελ. 58, Μπέη, ΠολΔικ άρθρα 693, σελ. 115-116/119-120, 121 επ., 129 - 130,145 - 146, 682, σελ. 33, Β.Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ άρθρα 692 αρ. 9, ΜΠρΑΘ 5658/2005 αδημ., ΜΠρΑΘ 5801/2001 Δ 33,1149, ΜΠρΑΘ 10691/1998 ΝοΒ 47,434, ΜΠρΑΘ 1847/2008 αδημ.). Ο κανόνας δε αυτός υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις που πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής προσβολής της αξίας του ανθρώπου η οποία διασφαλίζεται συνταγματικώς (άρθρο 20 παρ.1 Συντ.), και όχι απλά περιουσιακών ζημιών (βλ. ΜΠρΑΘ 16803/82 Δ 14,54, ΜΠρΑΘ 2139/81 ΝοΒ 29,733, ΕιρΡόδου 22/2007 ΝΟΜΟΣ ΜΠρΘεσ 35887/2008 ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της εκθέτει ότι σε βάρος της καθ' ης τραπεζικής εταιρίας, άσκησε την από 7-8-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει με αυτήν επτά (7) συμβάσεις, εκ των οποίων η μία ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και των υπολοίπων συμβάσεων δανείων, συνολικού ποσού 332.800 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 και 2007, για τις οποίες ενέγραψε η καθ' ής συναινετικές προσημειώσεις σε ακίνητα της, καθώς και συμβάσεις πιστωτικών καρτών, και ότι εξέδωσε σε βάρος της τις αναφερόμενες στην αίτηση έξι (6) διαταγές πληρωμής, διαφόρων ποσών που αναφέρονται στην αίτηση, συνολικού ποσού 264.908, 19 ευρώ, για τις οποίες κοινοποίησε σε αυτήν αντίγραφα εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή. Ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις δανείων και πιστωτικών καρτών και οι χορηγηθείσες συναινετικές προσημειώσεις, είναι άκυρες κατά παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ και 147 ΑΚ, αφού συνήφθησαν πειθόμενη από την ίδια ότι δεν πρόκειται να προβεί σε καμία πράξη εκποίησης, παραποιώντας την πραγματικότητα, κατά παράβαση των περί καταναλωτών διατάξεων. Ότι με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η καθ' ής τέλεσε σε βάρος αδικοπραξία και ζητεί, να καταγνωσθεί η απόλυτη ακυρότητα των επίδικων δανειακών συμβάσεων και η απαλλαγή της από κάθε δανειακή υποχρέωση, να καταγνωσθεί η ακυρότητα των επίδικων πιστωτικών καρτών, να διαταχθεί η εξάλειψη όλων των προσημειώσεων που έχουν εγγραφεί, να καταγνωσθεί η καταβολή ποσού 600.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αδικοπραξίας. Επικαλούμενη λοιπόν η αιτούσα επικείμενο κίνδυνο να απολέσει τα περιουσιακά της στοιχεία ζητεί, να απαγορευθεί η καθ' ής να εγγράψει οποιοδήποτε βάρος στην περιουσία της ως και των εγγυητών, να απαγορευθεί οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας της και των εγγυητών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της τακτικής αγωγής, να καταβάλει η καθ' ής στην αιτούσα το ποσό των 30.000 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθείσας διάταξης της απόφασης και να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, προεχόντως διότι δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ' ης, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της που απορρέουν από τις άνω συμβάσεις δανείων που έχει συνάψει με την αιτούσα, διότι ουσιαστικά αυτό ζητεί με την ένδικη αίτηση της, να παραλείψει δηλαδή η καθ' ής να μην προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση ή σε εγγραφή βαρών στην περιουσία της, εφόσον αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο. Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ' ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης. Δεν δικαιούται, συνεπώς, για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο να καταδικάσει (υποχρεώσει) την καθ' ης προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.). Σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι είναι δυνατή η καταδίκη της καθ' ης στην αιτούμενη παράλειψη, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου αποσκοπεί στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος της αιτούσας του οποίου ζητείται η εξασφάλιση, η οποία πλήρης ικανοποίηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο υπό τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ως μη νόμιμη, και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση (άρθρο 176 ΚΠολΔ). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών