Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος. Από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπου με αυτοκίνητο.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος, που, ενώ γνώριζε ότι ο οδηγός αυτού βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης, αφού συνδιασκέδαζαν και ήταν εμφανή τα συμπτώματα μέθης του, παρά ταύτα επιβιβάστηκε στο ζημιογόνο όχημα και τραυματίστηκε.

Η από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπων δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού, σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, αλλά καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013

Απόσπασμα…..Άλλωστε, στα πλαίσια του ταξιδιού από φιλοφροσύνη, στο οποίο η μεταφορά του προσώπου γίνεται χωρίς καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος από καθαρή διάθεση φιλοφροσύνης, είναι δυνατό να εμφανισθει η περίπτωση της αυτοδιακινδύνευσης, ή ενέργειας με ίδιο κίνδυνο του μεταφερομένου προσώπου. Εδώ, είναι δυνατόν ο οδηγός ενός αυτοκινήτου, που ενεργεί τη μεταφορά από φιλοφρόνηση, να μην είναι ικανός για οδήγηση, είτε γιατί στερείται άδειας ικανότητας οδηγού, είτε γιατί τελεί σε κατάσταση μέθης ή υπερκόπωσης, με αποτέλεσμα την αδυναμία οδήγησης εκ φυσικών λόγων. Στην από φιλοφροσύνη μεταφορά, σε περίπτωση που προκληθεί ατύχημα και τραυματισθεί ή θανατωθεί ο από φιλοφροσύνη μεταφερόμενος, δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη τα κατά τον νόμο υπόχρεα πρόσωπα, όπως ο οδηγός, ο ιδιοκτήτης και η ασφαλιστική εταιρία. Η από φιλοφροσύνη μεταφορά μόνη της δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε ελαφοά αμέλεια. Όμως, η εν γνώσει του εκ φιλοφροσύνης μεταφερομένου προσώπου των παραπάνω κρίσιμων περιστατικών, που αφορούν το πρόσωπο του οδηγού, δεν παύει να έχει οποιαδήποτε αξία. Κατά την ορθότερη άποψη, καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης. με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Απαιτείται όμως ο μεταφερόμενος να γνώριζε, ή βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης να μπορούσε να γνωρίζει τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση (βλ. ΕφΑθ 4257/2009, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικός Αποζημίωση εκδ. 1998 αρ. 117-121). Και τούτο, διότι η επικίνδυνη, με την προεκτεθείσα έννοια, οδήγηση αυτοκινήτου αποτελεί γενικό πρόσφορη πράξη πρόκλησης ατυχήματος. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο, είτε για την πρόκληση του ίδιου του ατυχήματος, είτε για την έκταση των ζημιών του επιβάτη, αν το ατύχημα οφείλεται σε άλλη αιτία (ΕφΛαρ 145/2012, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, υφίσταται συνυπαιτιότητα του παθόντος, που επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο γνωρίζοντας την εμφανή μέθη του οδηγού - γνώση, που συνάγεται και από το ότι ο παθών, λίγο πριν την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα, διασκέδαζε μαζί με τον οδηγό, καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά (ΕφΛαρ 145/2012, ο.π)- ενώ δεν είχε προσδεθεί, κατά το ατύχημα και με ζώνη ασφαλείας, παράλειψη, η οποία συνετέλεσε στην έκταση των προκληθεισών συνεπειών του ατυχήματος- όπως στην περίπτωση εκτίναξής του από το όχημα (ΑΠ 366/2012, ΝΟΜΟΣ)- υφιστάμενου μετά ταύτα σωρευτικού συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος για τον τραυματισμό του, με άθροιση των ποσοστών για την έλλειψη ζώνης και για τη γνώση της μέθης, επερχόμενης έτσι διπλής μείωσης της αιτούμενης αποζημίωσης (ΑΠ 766/2007,ΕφΛαρ.28/2012, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχεία Α με αριθ. καταθ….αγωγή ο….εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας…Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο ίδιος καθήμενος στο πίσω κάθισμα αυτού, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης (μητέρας του), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, δηλαδή από αμέλειά του, τροχαίο ατύχημα, στον τόπο, κατά το χρόνο και με τις ειδικότερα εκτιθέμενες σε αυτήν συνθήκες, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του.Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ. α ’ και 297 επ., 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας ως αποζημίωσή του, για την αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε το ατύχημα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 169.168,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και συγκεκριμένα :α) 4.700 ευρώ, για πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο 401 ΓΣΝΑ, β) 2.250 ευρώ, για πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού- αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το 35.1259, ΑΠ 497/2004 ΕλλΔνη 47.502, ΑΠ 241/2003 ΕλλΔνη 45.487). Επομένως, εφόσον, αναφορικά με την πρώτη ως άνω αγωγή επικυρωμένο αντίγραφό της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 5 του ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.5 εδ. Η' του ν. 2741/1999 (φ.Ε.Κ 199 Α'/28.09.1999), στην αρμόδια Ε’ Οικονομική Εφορία Πειραιά (βλ. τη με αριθμ. 10624/20.3.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Σούσκα) και επί πλέον και για τις δυο αγωγές καταβλήθηκε και το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμ. 13236868/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ, τα επικολληθέντα ένσημα ΕΤΑΑ-Τ.Υ-Π.Δ.Α, καθώς και το με αριθμ. 13237102/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ αντίστοιχα), πρέπει οι αγωγές, όπως κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες να ερευνηθούν περαιτέρω και κατ' ουσίαν.

Ο πρώτος και η δεύτερη εναγόμενοι, με δήλωση της πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης και αναπτύσσεται με τις έγγραφες κατατεθείσες προτάσεις τους, συνομολογούν μεν την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου για το επίδικο ατύχημα, αλλά περαιτέρω αμφισβητούν τόσο τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τις συνθήκες του τελευταίου, όσο και τη βασιμότητα και το ύψος των αιτουμένων από κάθε ενάγοντα κονδυλίων. Τέλος, και οι τρεις εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τόσο ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής….όσο και ο ενάγων της υπό στοιχείο β αγωγής…..υπήρξαν συνυπαίτιοι ως προς την έκταση των σωματικών βλαβών που συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος αυτοί υπέστησαν, λόγω μη χρήσεως εκ μέρους τους, κατά το ένδικο ατύχημα, της επιβεβλημένης από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ζώνης ασφαλείας (άρθρα 12 παρ. 5 και 81 παρ. 17 Ν. 2696/1999). Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος (άρθρα 216, 262 Κ.Πολ.Δ. και 300 Α.Κ.) συνιστά ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (βλ. αντί πολλών Α.Π. 1486/2005, Α.Π. 795/2004 αδημ., βλ. και Αθ. Κρητικού, ό.π., αρ. 102 επ., σελ. 40 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβαλε με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και αναπτύσσεται περαιτέρω στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων αμφότερων των αγωγών (ένσταση αυτοδιακινδύνευσης), για το λόγο ότι ενώ γνώριζαν ότι ο εναγόμενος οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης (αφού συνδιασκέδαζαν και ήταν εμφανή τα συμπτώματα μέθης του), παρά ταύτα επιβιβάστηκαν στο ζημιογόνο όχημα. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων αμφότερων των αγωγών με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε ομοίως στα πρακτικά πρόβαλαν ένσταση αυτοδιακινδύνευσης (για αμφότερες τις αγωγές), επικαλούμενοι επί λέξει τα εξής: « ένσταση συνυπαιτιότητας των παθόντων ως προς τον τραυματισμό τους διότι γνώριζαν την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο ο οδηγός καθώς συνδιασκέδαζαν και παρά ταύτα επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητό τους». Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, καθώς ουδόλως εξειδικεύεται ποια είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και δη ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ότι τα συμπτώματα αυτής μπορούσαν ή έπρεπε να γίνουν αντιληπτά από τους ενάγοντες. Σημειωτέον ότι μόνη η από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπων δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, αλλά καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Στην προκειμένη περίπτωση οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, με δήλωση της πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, επιχείρησαν να προβάλουν ένσταση συνυπαιτιότητας χωρίς ωστόσο να εξειδικεύσουν ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρισκόταν κατά το ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, πράγμα που μπορούσαν ευχερώς να αντιληφθούν οι ενάγοντες, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους δε, κατηγορηματικά αρνούνται ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ακόμη ότι οι μεταφερόμενοι (ενάγοντες) γνώριζαν τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση, αφού ρητά αναφέρουν ότι οι ενάγοντες γνώριζαν «..ότι ο πρώτος από εμάς δεν τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι είχε πλήρη ικανότητα οδήγησης». Ενόψει των παραπάνω δεν προβλήθηκε παραδεκτά η ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα……. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών