Αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Είναι αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες, έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτό και να πράττουν με σκοπό την μη κατάλυσή του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Τριανταφυλλιά Αλέγρα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ευφημία Καραχρήστου.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ : Α. ΥΠΆΡΙΘ.ΚΑΤ.23750/1038/2013 ΑΓΩΓΗ. ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ-ΑΝΕΝΑΓΟΥΣΑΣ:1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία……..που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσώπου μένη, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος ……..ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΝΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ-ΑΝΕΝΕΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…..Β. ΥΠΑΡΙΘ.ΚΑΤ. 107414/4183/2011 ΑΓΩΓΗ. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1)……,2)……σύζ.…..,3)…..χας ……ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: α)……..και β)…..4)…..5)…..και 6)……κάτοικοι όλοι Πακιστάν, ο τελευταίος διαμένων προσωρινά στη….Αττικής, εκ των οποίων ο 6ος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου…...ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)…..κατοίκου…..3) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία…..που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4)…..κάτοικος…. Βοιωτίας, 5) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία….που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία….που εδρεύει στη….και διατηρεί υποκατάστημα στην…..και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1° εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…….οι 2ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ως προς τους οποίους δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…η 5η από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο….και η 6η από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…. Γ. ΥΠ ΆΡΙΘ.ΚΑΤ. 115948/4531/2011 ΑΓΩΓΗ. ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ:….κατοίκου….ο οποίος παρέστη διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου….ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΙΔ με      την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…..ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. κατ. 23750/1038/2013 αγωγή, η υπ' αριθ. κατ. 107414/4183/2011 αγωγή και η υπ' αριθ. κατ. 115948/4531/2011 αγωγή, οι οποίες είναι εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είναι συναφείς μεταξύ τους, υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας και συνεπώς, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 31 παρ. 3, 246 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Α. Η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία της υπό στοιχ.Β' κύριας αγωγής αποζημίωσης από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα με αυτοτελές δικόγραφο που απευθύνει στο ίδιο Δικαστήριο, ασκεί παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ζητεί, όπως το αίτημα της αγωγής της παραδεκτά με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου της ανωτέρω κύριας αγωγής Επικουρικού Κεφαλαίου, να της καταβάλει τα ποσά τα οποία, σε περίπτωση ήττας της, θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, πλέον τόκων και εξόδων σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, για το λόγο ότι αποκλειστικός υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου που στερείται ασφαλιστικής κάλυψης και όχι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ίδια αυτοκινήτου, νομιμοτόκως από την καταβολή μέχρι και την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθ. 14.2, 16.10, 22 Κ.Πολ.Δ.) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθ. 681 Α - 666, 667, 670-676 Κ.Πολ.Δ.) είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 927, 341, 345 Α.Κ, 2,4,9,10 Ν.ΓΠΝ/1911, 19.1, 4 ΠΔ 237/86 και 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν είναι πλέον νόμιμο ως προς αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Β. Στην υπό κρίση πρώτη αγωγή, οι ενάγοντες, υπήκοοι Πακιστάν εκθέτουν ότι από υπαιτιότητα οδηγού αυτοκινήτου το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο, για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους, αλλά και από συνυπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου που οδηγούσε φορτηγό ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και του τέταρτου εναγομένου που οδηγούσε φορτηγό ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και η επικαθήμενη καρότσα αυτού στην έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του … γιού του πρώτου και της δεύτερης, συζύγου της τρίτης, πατέρα των δύο ανηλίκων τέκνων που εκπροσωπούνται από την τρίτη ενάγουσα μητέρα τους και αδελφού του τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόντων, κατά το τροχαίο ατύχημα, που έγινε υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες. Ζητούν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους τρεις πρώτους των εναγόντων το ποσό των ευρώ στον καθένα, στα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντος το ποσό των… ευρώ στο καθένα και το ποσό των….ευρώ για τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επίσης, το ποσό των …..ευρώ, για στέρηση υπηρεσιών συζύγου για 30 έτη και το ποσό των….ευρώ για στέρηση διατροφής στην τρίτη εξ αυτών και το ποσό των ..ευρώ για στέρηση υπηρεσιών θανόντος στο καθένα και το ποσό των .ευρώ για το πρώτο τέκνο και το ποσό των…ευρώ για το δεύτερο τέκνο για στέρηση διατροφής, καθώς επίσης και το ποσό των…..ευρώ στον έκτο εξ αυτών για έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Ζητούν επίσης να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων τους. Η αγωγή, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1 εδ. α\ 16 περ. 12, 37 παρ. 1 και 74 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 και 681 Α' του ΚπολΔ. Είναι νόμιμη, βασιζομένη στις διατάξεις των άρθρων 14, 26, 914, 297, 298, 330 εδ. β\ 346, 480 επ., 928 εδ.β, 929, 930, 932 του ΑΚ, 2, 4, 9 του ν. ΓΩΝ/1911, 19 του ν. 489/1976, 64, 70, 176 του ΚΠολΔ, πλην: α) του αιτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών των τέκνων του θανόντος, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθόσον η μοναδική τους αξίωση είναι αποζημίωση για στέρηση διατροφής κατ'άρθρ. 1493 ΑΚ και όχι για στέρηση υπηρεσιών και β) του παρεπόμενου αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν είναι πλέον νόμιμο ως προς αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Γ. Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι οδηγός αυτοκινήτου το οποίο ήταν ανασφάλιστο προκάλεσε από υπαιτιότητά του τις υλικές ζημίες που ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή, κατά το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στην Αθήνα, στις 20-5-2010, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων ζητά να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει το ποσό των 24.623,45 ευρώ για αποζημίωση λόγω θετικής και αποθετικής ζημίας και ως αποζημίωση για ηθική βλάβη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι και την εξόφληση του, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδά του.

Μ’ αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, όπως το αίτημα της αγωγής τους παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε μερικά, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (αρθ. 14.2,16.12,22 ΚΠολΔ και αρθ.72.2 του ν. 3994/2011) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθ. 681 Α - 666, 667, 670-676 ΚΠολΔ) είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 929, 932,297, 298, 299, 330 εδ.β, 345, 346, Α.Κ., αρθ. 2, 4, 9, 10 ν. Γ ΣΠΝ/1911, αρθ. 19 ν. 489/1976 όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/86, 70, 176, 905 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι αντίγραφό της έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια ΔΟΥ Τρικάλων (βλ. υπ'αριθ….έκθ.επιδόσεως της Δικ.Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων…) και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. υπ'αριθ…….αγωγόσημα).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει και κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά" (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π 4/2012 δημ. Νόμος). Τέλος, το άρθρο 2 Α.Κ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 78 παρ.2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος)  διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το εναγόμενο της Β' αγωγής Επικουρικό Κεφάλαιο, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις του που κατατέθηκαν νόμιμα, αρνείται την αγωγή και προτείνει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του σε ποσοστό 85% του επιδικαζομένου, σύμφωνα με το άρθρο 19.2 ΠΔ 237/86, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4092/2012.

Η προαναφερομένη όμως διάταξη το μεν πρώτο θίγει ενοχικές αξιώσεις του ενάγοντος-περιουσία του, εφόσον καταγνωστεί ότι υπάρχουν τέτοιες, οι οποίες είχαν γεννηθεί και εισαχθεί σε δίκη πριν την τροποποίηση του νομοθετικού καθεστώτος, αφού το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε το 2010 και η αγωγή επιδόθηκε πριν τις 23.5.2012 προσβάλλοντας συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα του άρθρου 4 και 17 Σ, το δε δεύτερο αναγνωρίζει υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου ΝΠΙΔ ευνοϊκή μεταχείριση, ως προς το θέμα της καταβολής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτό σε θέση πλεονεκτικότερη από τους λοιπούς διαδίκους-ασφαλιστικές εταιρίες-φυσικά πρόσωπα, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσίατους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους ποσού μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός ότι το επικουρικό κεφάλαιο εποπτεύεται από το Κράτος-Υπουργείο Εμπορίου. Επιπλέον η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής ο άλλος διάδικος, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του ζημιωθέντα-διαδίκου χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και δ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του επικουρικού, το ποσό της αποζημίωσης μειωμένο κατά τα οριζόμενα στην παρ 2 του άρθρ 19 ΠΔ 237/1986 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό, λαμβανομένου δε υπόψη ότι το αυτό κρίθηκε και περί του επιτοκίου 6% υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου (ΕφΠειρ.65/2011 δημ. Ε.ΣυγκΔ 2011.461, Εφ.Θεσ.. 829.2010 Ε.Συγκ.Δ2010.390).

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη είναι αντισυνταγματική, σύμφωνα και με την ως άνω νομική σκέψη, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτά και να πράττουν με σκοπό τη μη κατάλυσή του (άρθρα 83 παρ. 4 και 120 του Συντάγματος της Ελλάδος) και η ένσταση περιορισμού του ποσού της αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά και από τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 336.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20.5.2010 και περί ώρα 03.45, τα ξημερώματα, ο….επέβαινε ως συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο συμπατριώτης του…Το ρεύμα προς Αθήνα έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και παραπλεύρως - δεξιά εμφανίζει εσοχή πλάτους 7,10 μέτρων, στην οποία απαγορεύεται η στάση και στάθμευση των αυτοκινήτων (Ρ-40), ενώ κατά μήκος της άκρης του οδοστρώματος υπάρχουν προστατευτικά κιγκλιδώματα με μεταλλικές κολώνες και συρματοπλέγματα. Σ' αυτό το σημείο, δηλ. στη δεξιά εσοχή του δρόμου ήταν παρανόμως σταθμευμένα δύο φορτηγά αυτοκίνητα και συγκεκριμένα: α) το με αρ.κυκλ…φορτηγό με την με αρ. ….επικαθήμενη καρότσα, οδηγούμενο από τον…..και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία……και β) το με αρ.κυκλ. …..φορτηγό με τη με αρ…..επικαθήμενη καρότσα, οδηγούμενο από τον τέταρτο εναγόμενο, το οποίο ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία……για τον τράκτορα και στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ….για την επικαθήμενη καρότσα. Το ανωτέρω αυτοκίνητο εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, άνω των 120 χλμ/ώρα επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, στο ρεύμα προς Αθήνα και ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εξετράπη προς τα δεξιά και επέπεσε με σφοδρότητα αρχικώς επί του ελκυστήρα του α' φορτηγού και εν συνεχεία επί του ελκυστήρα του β' φορτηγού, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό των δύο επιβατών του, οδηγού και συνοδηγού. Όπως αποδείχθηκε, οι προαναφερόμενοι είχαν ξεκινήσει την προηγούμενη μέρα από την Αθήνα με προορισμό τη Θεσσαλονίκη με σκοπό να παραλάβουν 3 παράνομους οικονομικούς μετανάστες (οι οποίοι αναφέρονται ως τραυματισθέντες στην από……έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Σχηματαρίου) και ξεκίνησαν την επιστροφή τους προς Αθήνα αμέσως μετά, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό για ξεκούραση. Συνεπώς, αποκοιμήθηκε πριν από τη σύγκρουση, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης μετά την έξοδό του από το οδόστρωμα. Με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου…ο οποίος, χωρίς να έχει άδεια οδήγησης και ενόσω βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ 0,50gr, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα(άνω των 120 χλμ/ώρα) και με υπερβολική κούραση λόγω της προχωρημένης ώρας (03:45), ενώ οδηγούσε αδιάκοπα για πολλά χιλιόμετρα (από τη Θεσσαλονίκη) (βλ. από 3-7-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), χωρίς να επιδεικνύει την επιμέλεια που απαιτείται κατά την οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δηλ. δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3, 42 παρ.1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οι οποίες ορίζουν την προσήκουσα οδική συμπεριφορά κατά τις προμνησθείσες συνθήκες. Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει του οδηγούς των δύο φορτηγών οχημάτων, καθόσον ο θανάσιμος τραυματισμός των ανωτέρω συνέβη εξαιτίας της εκτροπής του οχήματος που επέβαιναν εκτός οδοστρώματος με υπερβολική ταχύτητα. Και αν ακόμα δεν υπήρχαν τα δύο παράνομα σταθμευμένα φορτηγά στο σημείο εκτροπής του ανωτέρω αυτοκινήτου, πάλι το ίδιο αποτέλεσμα θα υπήρχε, με την πρόσκρουση του αυτοκινήτου πάνω στα προστατευτικά κιγκλιδώματα του δρόμου ή την πιθανή ανατροπή του, με την ίδια ταχύτητα. Τα ανωτέρω φορτηγά αυτοκίνητα ήταν σταθμευμένα εκτός οδοστρώματος και με κανένα τρόπο δεν εμπόδιζαν την κανονική κυκλοφορία των οχημάτων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι όφειλαν να έχουν τοποθετήσει τρίγωνο ασφαλείας και αλάρμ για να προειδοποιούν τα οχήματα, είναι ουσία αβάσιμος. Σύμφωνα δε και με το με αρ…..έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θήβας, ως αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος κρίθηκε ομοίως ο οδηγός του αυτοκινήτου και όχι οι παρανόμως σταθμευμένοι οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων. Περαιτέρω, ο συνοδηγός του ανωτέρου αυτοκινήτου…..γνώριζε ότι ο οδηγός δεν είχε δίπλωμα οδήγησης και ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και παρόλα αυτά δέχθηκε να τον μεταφέρει σε τόσο μεγάλη απόσταση (ξημερώματα από τη Θεσσαλονίκη), καταδεικνύει τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε “ιδίω κινδύνω” κατά την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων και να αποδοθεί στον τελευταίο ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% (άρθρ. 300 ΑΚ). Αντίθετα, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του θανόντος λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας, καθόσον από την από 21-5-2010 προανακριτική κατάθεση του…..συνεπιβάτη, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ενόψει του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των συνθηκών του ατυχήματος, τον ηθικό πόνο των εναγόντων της Β' αγωγής, οι τελευταίοι υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον θάνατο του γιού, συζύγου, πατέρα και αδελφού αυτών. Ο προσδιορισμός των προσώπων αυτών πρέπει να γίνει σύμφωνα με το δίκαιο του Πακιστάν (ΑΠ 3/2007). Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγόντες πιστοποιητικό που εκδόθηκε αρμοδίως από τις Αρχές του Πακιστάν, σύμφωνα με το εκεί ισχύον δίκαιο και κατά τον προβλεπόμενο από αυτό τύπο, προκύπτει ότι μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος είναι οι ενάγοντες με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους. Περαιτέρω, η συγγενική σχέση των τελευταίων με το θανόντα προκύπτει από το από 17-5-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών του Πακιστάν και επομένως πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους τέσσερις πρώτους ενάγοντες-γονείς, σύζυγος και τέκνα του θανόντα το ποσό των….20.000 ευρώ, στον καθένα και στους υπόλοιπους ενάγοντες, αδελφούς του θανόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα. Περαιτέρω, όπως ομολογούν οι ενάγοντες με τις προτάσεις τους, ο θανών συγγενής τους εργαζόταν στις οικοδομές και συνεπώς ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Ωστόσο, δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο που να αποδεικνύει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται οι συγγενείς του θανόντος από τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό, γεγονός ανεξάρτητο από το αν θεμελίωνε δικαίωμα σύνταξης ή όχι. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, να αναβληθεί (ανασταλεί) η συζήτηση της αγωγής ως προς τα αντίστοιχα αιτήματα της αγωγής για αποζημίωση διατροφής συζύγου και τέκνων του θανόντος, μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση (ή και απόφαση) της αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει αν οι συγγενείς του θανόντος δικαιούνται να απαιτήσουν παροχές από αυτό, και σε ποια έκταση αναφορικά με τα κονδύλια που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το αίτημα της τρίτης ενάγουσας της Β' αγωγής περί αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν συνεισέφερε την προσωπική του εργασία στη συντήρηση του σπιτιού τους στο Πακιστάν, αφού ήταν μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και εργαζόταν στη χώρα μας, ενώ η συνεισφορά του προς την οικογένειά του ήταν μόνο οικονομική με την αποστολή χρημάτων προς το Πακιστάν. Τέλος, σύμφωνα με το με αρ. 0704/2010 απόδειξη του γραφείου τελετών του….., προκύπτει ότι ο έκτος ενάγων κατέβαλε για έξοδα κηδείας το ποσό των 2.000 ευρώ.

Με βάση τα προαναφερόμενα πρέπει να απορριφθεί η Α' αγωγή ως ουσία αβάσιμη και η ενάγουσα αυτής να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και η Β' αγωγή να καταργηθεί η δίκη ως προς τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς την τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων και να καταδικασθούν οι ενάγοντες στα δικαστικά έξοδά τους και να γίνει αυτή μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στους δύο πρώτους ενάγοντες-γονείς, στη δεύτερη ενάγουσα σύζυγο και σε κάθε ένα από τα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντα, το ποσό των 20.000 ευρώ, στον καθένα και στους υπόλοιπους ενάγοντες, αδελφούς του θανόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και επιπλέον στον έκτο ενάγοντα να καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου, λόγω της πρόδηλης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, που περιορίζει την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή τόκων σε ποσοστό 6% ετησίως (ΜΠΑ 3.941/2012). Τέλος, το εναγόμενο πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 178 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται, στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες το με αρ.κυκλ.…ΔΧ ελκυστήρας, ιδιοκτησίας του ενάγοντα της Γ' αγωγής. Για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών κατέβαλε το ποσό των 15.749,95 ευρώ, για ανταλλακτικά και εργασίες επισκευής (βλ. αποδείξεις). Επίσης, κατέβαλε για τη μεταφορά του από τον τόπο του ατυχήματος το ποσό των 363 ευρώ, για τη μεταφορά του επικαθήμενου αυτού το ποσό των 968 ευρώ, ενώ απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το κονδύλο για επαναπήρωση του ρεζερβουάρ του ελκυστήρα. Η αξία του πριν από τη σύγκρουση ήταν περίπου 20.000 ευρώ, και υπέστη μείωση της εμπορικής αξίας του κατά ποσοστό 10%, δηλ. κατά ποσό 2.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε, ο ελκυστήρας ήταν σταθμευμένος στην άκρη του δρόμου και είναι αβέβαιο αν κατά το χρόνο των 8 συγκεκριμένων ημερών που χρειάσθηκε για την επισκευή του θα απέδιδε κέρδη στον ιδιοκτήτη του και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ως ουσία αβάσιμο. Τέλος, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε ο ιδιοκτήτης του από τη διαδικασία μεταφοράς και επισκευής του και της έλλειψης υπαιτιότητάς του στην πρόκληση της βλάβης του, πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 300 ευρώ. Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.381 (15.749,95+363+968+2.000+300) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η διάταξη που αφορά το ποσό των 15.749,95 ευρώ για αποζημίωση λόγω επισκευής οχήματος, η οποία είναι καταψηφιστική και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπ' αριθ. κατ.23750/1038/2013, την υπ' αριθ. κατ. 107414/4183/2011 και την υπ' αριθ. κατ. 115948/4531/2011 αγωγή.

Α ΆΓΩΓΗ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Β' ΑΓΩΓΗ

ΚΑΤΑΡΓΕΙ τη δίκη ως προς τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομιστεί με την επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου στη σχετική δίκη βεβαίωση-απόφαση του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω σε βάρος των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τη αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση αυτού στην καταβολή του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, στον πρώτο, δεύτερη, τρίτη των εναγόντων, καθώς επίσης και σε κάθε ένα από τα δύο ανήλικα τέκνα που εκπροσωπούνται από την τρίτη ενάγουσα, στην καταβολή του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, στον καθένα από τον τέταρτο, πέμπτο των εναγόντων και στην καταβολή του ποσού των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ στον έκτο των εναγόντων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του πρώτου εναγομένου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Γ' ΑΓΩΓΗ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.   ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων, τριακοσίων ογδόντα ενός (19.381) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων, επτακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (15.749,95).

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών