Α. Η διαιτητική συμφωνία αποτελεί ιδιαίτερη δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κυρία σύμβαση και είναι ανεξάρτητος και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη. Η αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας έχει ως συνέπεια το ανεπηρέαστο αυτής από την τύχη της κυρίας σύμβασης, ούτως ώστε η ακυρότητα της τελευταίας, να μην συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία ((ΑΠ 816/1983).

Β. Στην περί διαιτησίας συμφωνία υπάγονται όλες οι υφιστάμενες, ή μελλοντικές, διαφορές σε σχέση προς την ερμηνεία, ή την εκτέλεση της σύμβασης στην οποίαν αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτήν, το κύρος, ή, η ακυρότητα της σύμβασης και οι συνέπειες της ακυρότητας, η λύση και οι συνέπειες αυτής και γενικώς κάθε διαφορά, η οποία αφορά απαιτήσεις, ή υποχρεώσεις, οι οποίες έχουν σχέση με την σύμβαση, ή σχέσεις που αναφέρονται σε αυτή, σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται, ως και απαιτήσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, οι οποίες συρρέουν με απαιτήσεις αποζημίωσης από την σύμβαση, καθ όσον και αυτές συνάπτονται με την σύμβαση (ΑΠ 825/77, ΑΠ 441/82).

Γ. Η συμφωνία διαιτησίας είναι επιτρεπτή μόνον όταν υπάρχει ρητή και σαφής δήλωση των μερών, να αποκλείσουν από την δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων συγκεκριμένη και ατομικώς καθοριζόμενη έννομη σχέση και συνεπώς η δήλωση των μερών για υπαγωγή σε διαιτησία είναι στενώς ερμηνευτέα, δηλαδή, η διαιτητική ρήτρα, για να είναι έγκυρη, πρέπει να ορίζει ρητώς τις διαφορές, που θα επιλυθούν με διαιτησία (ΑΠ 1733/2009).

Δ. Κατά την διάταξη του άρθρου 867 ΚΠολΔ, διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που την συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 663 δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία.

Ε. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 869 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας, δύναται, να αποτελέσει, ότι αποτελεί και αντικείμενο δίκης ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, δηλαδή κάθε διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αναφυείσα ήδη, ή μέλλουσα να προκύψει από ορισμένη έννομη σχέση, εάν οι ενδιαφερόμενοι έχουν την εξουσία ελευθέρας διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς και δεν πρόκειται για τις διαφορές που διαλαμβάνονται στο άρθρο 663 ΚΠολΔ.

ΣΤ. Κατά την διάταξη του άρθρου 869 παρ. 2 ΚΠολΔ, η συμφωνία για τη διαιτησία διέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις, χωρίς ωστόσο να καθίσταται έτσι και σύμβαση του ουσιαστικού δικαίου, αφού οι κύριες συνέπειές της, που προσδιορίζουν τη νομική φύση της, δηλαδή η θεμελίωση της δικαιοδοσίας των διαιτητών για ορισμένη διαφορά και αντίστοιχα ο αποκλεισμός της δικαιοδοσίας των τακτικών δικαστηρίων για την ίδια διαφορά, εκδηλώνονται στο χώρο του δικονομικού δικαίου και της προσδίδουν συνεπώς το χαρακτήρα δικονομικής σύμβασης, στην οποία απλώς εφαρμόζονται οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να καλυφθεί το σχετικό έλλειμμα στη ρύθμιση των δικονομικών συμβάσεων (ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 1281/2019, ΜονΠρΠειρ 585/2020).

Ζ. Η συμφωνία των μερών για το εφαρμοστέο στη διαιτητική συμφωνία δίκαιο μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, συναγόμενη από συγκεκριμένες βουλητικές ενδείξεις, όπως προπάντων είναι η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου για την ουσία της διαφοράς ή ο συμφωνημένος τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας (ΜονΠρΠειρ 585/2020).

Η. Η διαιτητική δίκη στηρίζεται στη διαιτητική συμφωνία, όχι μόνον κατά τα αντικειμενικά, αλλά και κατά τα υποκειμενικά της όρια. Τα υποκειμενικά όρια της διαιτητικής συμφω­νίας δεν καθορίζονται στο νόμο. Από την φύση της ως συναλλάγματος, η συμφωνία διαιτησίας δεν μπο­ρεί παρά να αναπτύσσει σχετική ενέργεια, δεσμεύ­ει μόνον τα πρόσωπα, που την υπέγραψαν, καθώς και τα ταυτιζόμενα ουσιαστικά μ’ αυτά. Τρίτοι δεν δεσμεύονται, κατ’ αρχάς, από την σχετική συμφωνία ακόμη και όταν ευθύνονται εις ολόκληρον με ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Καταλαμβάνονται, όμως, από τα όρια αυτά, μεταξύ άλλων, οι τρίτοι, των οποίων οι έννομες θέσεις ταυτίζονται με την έννομη θέση των συμβληθέντων στη διαιτητική συμφωνία (ΑΠ 1281/2019 ΜονΠρΠειρ 585/2020).

Θ. Αντικείμενο της περί διαιτησίας συμφωνίας δύναται να αποτελέσει και η διαφορά η οποία ανακύπτει από αδικοπραξία ενός των συμβαλλομένων, ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται αυτός (ΑΠ 550/1996, ΑΠ 448/69). Στην περίπτωση συρροής αξιώσεων, οι οποίες στηρίζονται στην σύμβαση, αλλά και στην αδικοπραξία, ή στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι εξωσυμβατικές αυτές αξιώσεις υπάγονται στην διαιτησία, εφ όσον αυτές, ανεξαρτήτως της νομικής των θεμελίωσης, συνδέονται με τις αξιώσεις από την σύμβαση, για τις οποίες υπάρχει διαιτητική ρήτρα (ΕφΑθ 5522/2002).

Ι. Η αυτοτέλεια της διαιτητικής συμφωνίας, έναντι της ουσιαστικής σύμβασης στην οποίαν αφορά, την καθιστά ισχυρή ακόμη και μετά την κατάργηση, ή λήξη ισχύος της ουσιαστικής σύμβασης, και δεν παραμένει ισχυρά μόνο καθ ον χρόνο διαρκεί η ισχύς της τελευταίας, αντιθέτως μάλιστα, συνήθως δε, μετά την λήξη της ισχύος της ουσιαστικού δικαίου σύμβασης, η διαιτητική συμφωνία παράγει τα αποτελέσματά της.

ΙΑ. Ανακύπτει δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων, όταν προβάλλονται λόγοι ακυρότητας ή ακυρώσεως της σύμβασης, που πλήττουν και την ίδια την διαιτητική ρήτρα, αφού η δικαιοδοσία των διαιτητών προϋποθέτει την ισχύ της ρήτρας αυτής, από την οποία και μόνον απορρέει (ΑΠ 1281/2019).