Α. Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο τρίτος δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή. Από την διάταξη αυτή, που καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα, συνάγεται ότι η περί καταβολής του χρέους, υπαρκτού ή μελλοντικού, υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη, αν δεν προκύπτει ειδικά το αντίθετο, αποτελεί απλή σύμβαση ελευθερώσεως χρέους, η ενέργεια της οποίας περιορίζεται αποκλειστικά μεταξύ των συμβληθέντων (ΕφΠατρ 89/2008).

Β. Η σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθ ενός. Η σύμβαση ελευθερώσεως είναι κατά κανόνα άτυπη, εκτός αν η τήρηση του τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της.

Γ. Για να αποκτήσει ο δανειστής τρίτος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί, ή αυτό να συνάγεται από την φύση και τον σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 1791/2007).

Δ. Αν ο υποσχεθείς ήταν και οφειλέτης του προς ον η υπόσχεση, τότε η δοθείσα από εκείνον υπόσχεση διακανονισμού του χρέους και ελευθερώσεως του οφειλέτη από τις έναντι των δανειστών οφειλές, τους οποίους αναφέρει κατ' όνομα και απαίτηση, ερμηνεύεται ως ενέχουσα την βούληση των συμβληθέντων, όπως, με την καταβολή του υποσχεθέντος προς τους δανειστές του οφειλέτη, εκκαθαρισθεί η όλη κατάσταση και εξυπηρετηθούν έτσι σι συναλλακτικές ανάγκες και τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων με τη δημιουργία υπέρ του δανειστή αυτοτελούς και άμεσου δικαιώματος, να απαιτήσει την παροχή ευθέως από τον υποσχεθέντα (ΕφΑθ 182/2011, ΕφΘεσ 68/1982).