Δικαιώματα μη αποκατασταθέντος πτωχού. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1636/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο πτωχεύσας και μη αποκατασταθείς πτωχός, μπορεί να ασκεί μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση επιχείρησης λειτουργίας ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών σχολών. Δεν αποκτά όμως την εμπορική ιδιότητα και αν ακόμη την επιχείρηση αυτή ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα.

Η κήρυξη της πτώχευσης δεν συνεπάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτώχευσης αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία.

Ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή εναντίον του Δημοσίου για αποζημίωση εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας, η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο κηρύξεως της πτώχευσης και είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κερδών του πτωχεύσαντος από την άσκηση της πιο πάνω εμπορικής επιχείρησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1636/2001

Απόσπασμα …….3.Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν.635/1937 «περί διατάξεων τινων πτωχευτικού δικαίου» «Ο πτωχεύσας από της κηρύξεως της πτωχεύσεως στερείται των δικαιωμάτων α). β).. γ). δ)του ασκείν το εμπορικόν επάγγελμα.». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το αποτέλεσμα αυτό της κηρύξεως της πτωχεύσεως, ως προς το πρόσωπο του πτωχεύσαντος, αναφέρεται στην ανικανότητα προς κτήση της εμπορικής ιδιότητας και όχι προς ενέργεια μεμονομένων εμπορικών πράξεων. Επομένως, ο πτωχεύσας και μη αποκατασταθείς μπορεί μεν να ασκεί μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση επιχειρήσεως λειτουργίας ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών σχολών, δεν κτάται, όμως, την εμπορική ιδιότητα και αν ακόμη την επιχείρηση αυτή ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα. Εξάλλου, η κήρυξη της πτωχεύσεως δεν επάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία (άρθρο 2 παρ.2 Α.Ν.635/1937). Έτσι, ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή εναντίον του Δημοσίου για αποζημίωση εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας (άρθρ. 105 Εισ.ΝΑΚ), η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως και είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κερδών του πτωχεύσαντος από την άσκηση της πιο πάνω εμπορικής επιχειρήσεως, διότι η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στην μεταπτωχευτική περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο (αναιρεσείων) Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε: 1) ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση της αγωγής (με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση για την αναφερόμενη ζημία που υπέστη από την απώλεια κερδών κατά τα έτη 1978-1985, ένεκα παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του), διότι αυτός από το έτος 1975 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως και 2) ότι ο ενάγων μετά την κήρυξη της πτωχεύσεώς του προέβη σε εμπορική εκμετάλλευση των σχολών για το μετά το 1975 χρονικό διάστημα μέχρι το 1985 -οπότε αποκαταστάθηκε- και ότι η εμπορική αυτή εκμετάλλευση δεν συνιστά μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, την οποία, ως πτωχεύσας δεν εδικαιούτο να ασκήσει και να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό: Τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η αξίωση αποζημιώσεως πηγάζει από αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της πτωχεύσεως και συγκεκριμένα κατά το έτος 1981 και επομένως αποτελεί κατά νόμον μεταπτωχευτικό περιουσιακό στοιχείο, σχετικά με το οποίο νομιμοποιείται να εναγάγει μόνον ο πτωχεύσας και όχι ο σύνδικος β) Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό: Μετά από ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων που προέκυψαν από τις αποδείξεις (δέχθηκε), ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρανομία των οργάνων του εναγομένου, δηλαδή η παράνομη άρση της άδειας λειτουργίας των σχολών του ενάγοντος, θα είχαν λειτουργήσει μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί αναφερομένη ζημία από την απώλεια κερδών, τα οποία θα απεκέρδαινε αν οι σχολές λειτουργούσαν και ότι η πτώχευση του ενάγοντος σε καμία περίπτωση δεν θα αποτελούσε νόμιμο κώλυμα για τη λειτουργία των σχολών του, δεδομένου ότι η εμπορική ανικανότητα που επάγεται η κήρυξη της πτωχεύσεως για το πρόσωπό του, σύμφωνα με το άρθρο 1δ του Α.Ν. 635/1937, αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην κτήση απ' αυτού της εμπορικής ιδιότητας και όχι στην ενέργεια μεμονωμένων εμπορικών πράξεων, η άσκηση δε επιχειρήσεως επαγγελματικών σχολών δεν αναφέρεται στις ανικανότητες που προβλέπουν οι υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 635/1937, ή άλλες ειδικότερες νομικές διατάξεις. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 εδαφ. δ' του Α.Ν.635/1937 και δεν παραβίασε άλλη, ενώ περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών