Μετατροπή της προσημείωσης υποθήκης πριν από την ημέρα της παύσης των πληρωμών σε υποθήκη.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  657/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όσοι έχουν προσημείωση υποθήκης, εφ όσον η προσημείωση έχει εγγραφεί πριν από την ύποπτο περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα της παύσης των πληρωμών μέχρι το πρωί της ημέρας που δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, μπορούν, ακόμη και μέσα στην ύποπτο περίοδο, να μετατρέψουν την προσημείωση σε υποθήκη και να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, ως εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, χωρίς να υποβληθούν στην διαδικασία της επαλήθευσης.

Ειδικά αν πρόκειται για πιστώτρια τράπεζα είναι δυνατή η μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, έστω και αν η προσημείωση έχει εγγραφεί μέσα στην ύποπτη περίοδο. Αν πριν από την μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση επί του υπεγγύου ακινήτου τότε το δικαίωμα προτιμήσεως του προσημειούχου πιστωτή εκδηλώνεται με την τυχαία, αλλά προνομιακή κατάταξή του, υπό την αίρεση τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεως και μετατροπής της προσημειώσεως σε υποθήκη.

Για να επιτευχθεί η τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης και ακολούθως η μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη ο πιστωτής, ο οποίος έχει αποκτήσει την προσημείωση πριν από την ύποπτη περίοδο, αν πρόκειται για Τράπεζα και μέσα στην ύποπτη περίοδο, μπορεί να ασκήσει κατά του συνδίκου, ως εκπροσώπου του προσώπου που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση την σχετική αγωγή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  657/2001

Απόσπασμα……Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 535, 536, 541, 645, 648, 649 και 666 ΕμπΝ συνάγεται ο γενικός κανόνας του πτωχευτικού δικαίου κατά τον οποίο οι δανειστές (πιστωτές) του εμπόρου ή της εταιρίας που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως δεν μπορούν μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση να ασκήσουν εναντίον τους αγωγή, ούτε να συνεχίσουν εκκρεμή δίκη για να ικανοποιήσουν απαιτήσεις τους αναγόμενες στην πτωχευτική περιουσία, αλλά οφείλουν, προκειμένου να μετάσχουν στην διανομή της περιουσίας αυτής να υποβάλλουν τις απαιτήσεις τους στην διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστώσεων (άρθρο 584 ΕμπΝ). Μόνο στην περίπτωση που οι απαιτήσεις τους εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια, δηλαδή ενέχυρο ή υποθήκη, υφισταμένη επί ορισμένων πραγμάτων του προσώπου που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και εφ όσον η ασφάλειά τους δεν αμφισβητείται, οι δανειστές (πιστωτές) μπορούν να ικανοποιηθούν αμέσως από τα υπέγγυα πράγματα, χωρίς να ακολουθήσουν την διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστώσεων (Ι. Ρόκα: Πτωχευτικόν Δίκαιον § 41). Όσοι έχουν προσημείωση υποθήκης εφ όσον η προσημείωση έχει εγγραφεί πριν από την ύποπτο περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα της παύσεως των πληρωμών μέχρι το πρωί της ημέρας που δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση (άρθρο 529 ΕμπΝ) μπορούν ακόμη και μέσα στην ύποπτο περίοδο να μετατρέψουν την προσημείωση σε υποθήκη (βλ. Ι. Ρόκα: ο.π. § 62, για την ύποπτη περίοδο §§ 59-60) και συνακόλουθα να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, ως εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, χωρίς να υποβληθούν στην διαδικασία της επαληθεύσεως. Ειδικά αν πρόκειται για δανείστρια (πιστώτρια) τράπεζα, κατά το άρθρο 2 του ν.δ. 4001/1959 είναι δυνατή η μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, έστω και αν η προσημείωση έχει εγγραφεί μέσα στην ύποπτη περίοδο. Αν πριν από την μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση επί του υπεγγύου ακινήτου τότε το δικαίωμα προτιμήσεως του προσημειούχου δανειστή (πιστωτή) εκδηλώνεται με την τυχαία, αλλά προνομιακή κατάταξή του κατ άρθρον 1007 § 1 ΚΠολΔ υπό την αίρεση τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεως και μετατροπής της προσημειώσεως σε υποθήκη (βλ. σχετ. γνωμοδότηση Αργυριάδη ΝοΒ 23. 709 όπου και σχετική νομολογία). Για να επιτευχθεί η τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως και ακολούθως η μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη ο δανειστής (πιστωτής), ο οποίος έχει αποκτήσει την προσημείωση πριν από την ύποπτη περίοδο αν πρόκειται για Τράπεζα και μέσα στην ύποπτη περίοδο μπορεί να ασκήσει κατά του συνδίκου, ως εκπροσώπου του προσώπου που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση την σχετική αγωγή (άρθρο 1277 ΑΚ, ΑΠ 609/1975 ΝοΒ 24.37, ΕΔ 185/1991 ΕΕμπΝ 1992. 138 επ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 1277, 1279 ΑΚ 978 και 1007 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προς απόκτηση υποθήκης, η οποία, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως και την νομότυπη μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, λογίζεται, ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημειώσεως και επάγεται από τότε τις έννομες συνέπειές της. Αν πριν από την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, χώρησε αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί η προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεώς της και κατά την σειρά της εγγραφής της προσημειώσεώς της. Σε μια τέτοια περίπτωση η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη καθίσταται αδύνατη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1005 § 3 ΚΠολΔ, 1323 και 1330 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1318 § 3 ΑΚ από την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, αφού αυτή επιφέρει την απόσβεση της προσημειώσεως που υπάρχει στο ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε, ο δε υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος την εξάλειψη της προσημειώσεως. Επομένως μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος η κατάταξη της ασφαλιζομένης με την προσημείωση απαιτήσεως θα γίνει τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικηςεπιδικάσεώς της. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών