Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης πλειστηριασμού ακινήτου, αναβολή πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  293/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού, αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που επιβάλλει.

Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας.

Η διενέργεια του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  293/2007

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, που σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και επί κατασχέσεως ακινήτων, προκύπτει ότι, κατόπιν ασκήσεως της καθιερούμενης με τις διατάξεις αυτές ανακοπής, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού ("νέα ημέρα πλειστηριασμού"), αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που με την ίδια απόφασή του επιβάλλει, ενώ εξάλλου η απόφαση αυτή πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο το πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρά τον διαπλαστικό της χαρακτήρα η απόφαση αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 939 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναπτύσσει τη διαπλαστική της ενέργεια, όχι από την έκδοσή της, αλλά από την κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Την ερμηνεία αυτή επιβάλλει η ανάγκη της ασφάλειας των πλειοδοτών, οι οποίοι δεν θα είναι σε θέση αλλιώς να γνωρίζουν αν έχει αναβληθεί ή όχι ο πλειστηριασμός πριν από τη γνωστοποίηση της αναβολής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η διενέργεια έτσι του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (βλ. Ολ ΑΠ 33/1995 για την αναστολή κατά το άρθρο 1000 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης (άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ). Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο διενεργηθείς στις…, με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας……(ήδη συγχωνευθείσας με απορρόφησή της από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), πλειστηριασμός ενός ακινήτου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τον οποίο (πλειστηριασμό) αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η αναιρεσείουσα, είναι άκυρος, διότι με τη….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ορίσθηκε, πλην άλλων, η 9-7-1997 ως νέος χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού. Η κρίση αυτή ακολουθεί τη σκέψη του ότι για την ακυρότητα του πλειστηριασμού αρκούσε μόνη η έκδοση της ως άνω αποφάσεως και δεν ήταν απαραίτητη η κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατόπιν τούτου, το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε τις ανακοπές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε τη σχετική έκθεση πλειστηριασμού, την αντίστοιχη περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως και την κάτω από το αντίγραφο του απογράφου αυτής συνταχθείσα επιταγή για εκτέλεση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος κατ' εκτίμηση εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ΄ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών