Παύση των εργασιών της πτώχευσης, κήρυξη πτωχού συγγνωστού.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ   507/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απαραίτητη προϋπόθεση για να κηρύξει το πτωχευτικό δικαστήριο, στην περίπτωση που δεν υπάρχει περιουσία, την παύση των εργασιών της πτώχευσης και να αποφανθεί, στη συνέχεια, αν ο πτωχός είναι συγγνωστός ή όχι, αποτελεί η προηγούμενη ακρόαση του συνδίκου, ο οποίος κλητεύεται για το σκοπόν αυτό.

Αν όμως, παρά την κλήτευση του, δεν εμφανιστεί, δεν δημιουργείται κώλυμα για την πρόοδο της διαδικασίας, αρκεί η κλήτευση του να ήταν νομότυπη.

Για να κηρυχθεί ο πτωχός συγγνωστός, σε περίπτωση παύσης των εργασιών της πτώχευσης, απαιτείται θετικά μεν να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικοί λόγοι, που να στηρίζουν τη σχετική δικαστική κρίση, αρνητικά δε να μην έχει καταδικαστεί αυτός για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στον νόμο και να μην έχει μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που αναφέρονται στον νόμο. 

Ως ιδιαίτεροι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ότι ο πτωχός είναι συγγνωστός θεωρούνται τα εμπορικά ατυχήματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, σοβαρά οικογενειακά του ατυχήματα, όπως σοβαρή ασθένεια του ίδιου ή μελών της οικογένειας του, εξαιτίας των οποίων υποβλήθηκε σε δαπάνη σημαντικών χρηματικών ποσών, που επηρέασε την εμπορική του δραστηριότητα, καθώς και άλλες περιστάσεις, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του και οδήγησαν στην πτώχευση του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ   507/2007

Απόσπασμα……..II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των τριών πρώτων παραγράφων του άρθρου 637 του ΕμπΝ, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, όπως και οι λοιπές διατάξεις του ΕμπΝ, ενόψει του χρόνου κήρυξης της παραπάνω πτώχευσης (άρθρο 182, σε συνδυασμό με άρθρα 180 και 181 του νόμου 3588/2007) προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να κηρύξει το πτωχευτικό δικαστήριο, στην περίπτωση που δεν υπάρχει περιουσία, την παύση των εργασιών της πτώχευσης και να αποφανθεί, στη συνέχεια, αν ο πτωχός είναι συγγνωστός ή όχι, αποτελεί η προηγούμενη ακρόαση του συνδίκου, ο οποίος κλητεύεται για το σκοπόν αυτό. Αν όμως, παρά την κλήτευση του, δεν εμφανιστεί, δεν δημιουργείται κώλυμα για την πρόοδο της διαδικασίας, αρκεί η κλήτευση του να ήταν νομότυπη (ΑΠ 1081/04 ΕλλΔνη 46.480). Εν προκειμένω, από την εκκαλούμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ανωτέρω σύνδικος της πτώχευσης του εκκαλούντος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Ενόψει τούτων, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν πλήπει την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλήτευσης του συνδίκου (άρθρα 522, 741 ΚΠολΔ), ορθά το δικαστήριο τούτο χώρησε στην παύση των εργασιών της παραπάνω πτώχευσης και στην κήρυξη του εκκαλούντος μη συγγνωστού, παρά τη μη προηγούμενη ακρόαση, λόγω μη εμφάνισης του, του συνδίκου, γι' αυτό ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. III. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 635 και 637 του ΕμπΝ, για να κηρυχθεί ο πτωχός συγγνωστός, σε περίπτωση παύσης των εργασιών της πτώχευσης, απαιτείται θετικά μεν να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικοί λόγοι, που να στηρίζουν τη σχετική δικαστική κρίση, αρνητικά δε να μην έχει καταδικαστεί αυτός για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στο πρώτο από τα παραπάνω άρθρα και να μην έχει μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που αναφέρονται στο ίδιο άρθρο. Ως ιδιαίτεροι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ότι ο πτωχός είναι συγγνωστός κατά την τρίτη παράγραφο του δεύτερου από τα παραπάνω άρθρα, θεωρούνται τα εμπορικά ατυχήματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, σοβαρά οικογενειακά του ατυχήματα, όπως σοβαρή ασθένεια του ίδιου ή μελών της οικογένειας του, εξαιτίας των οποίων υποβλήθηκε σε δαπάνη σημαντικών χρηματικών ποσών, που επηρέασε την εμπορική του δραστηριότητα, καθώς και άλλες περιστάσεις, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του και οδήγησαν στην πτώχευση του (ΕφΑΘ 6034/02 ΕλλΔνη 44.856). IV. Εν προκειμένω, από τα έγγραφα και τη φωτογραφία, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από τις ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται την πρώτη ο εκκαλών και τη δεύτερη ο παρεμβαίνων, αποδείχτηκαν τα εξής: Με την 2/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εκκαλών, ο οποίος ασχολούνταν με την εισαγωγή και εμπορία βοοειδών και κρεάτων και γαλακτοκομικών προϊόντων, κηρύχθηκε σε πτώχευση, μετά από αίτηση του πιστωτή του. Με την εκκαλούμενη απόφαση, που εκδόθηκε μετά από έκθεση του εισηγητή της παραπάνω πτώχευσης και αίτηση προς τον τελευταίο του συνδίκου της εν λόγω πτώχευσης, έπαυσαν οι εργασίες της πτώχευσης αυτής, επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για τη συνέχιση τους και κηρύχθηκε ο εκκαλών μη συγγνωστός, περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκκαλούντος ειδικοί λόγοι, με την έννοια που προεκτέθηκε, οι οποίοι να δικαιολογούν την κήρυξη του ως συγγνωστού. Ειδικότερα, αναφορικά με τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται ο εκκαλών ως ειδικούς, με την παραπάνω έννοια, λόγους, στους οποίους προσπαθεί να αποδώσει την κήρυξη του σε πτώχευση και, συγκεκριμένα, τον ισχυρισμό του ότι ο κλονισμός της εμπορικής του πίστης οφείλεται στο ότι δεν μπόρεσε να διαθέσει στην ελληνική αγορά, λόγω της «νόσου των τρελών αγελάδων», τα βοοειδή τα οποία είχε αγοράσει και εισαγάγει από τη Γαλλία την περίοδο 2001 - 2002, αξίας 200.000 ευρώ, ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την παραπάνω ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, ο ενόρκως βέβαιων αναφέρει το γεγονός τούτο όχι από δική του αντίληψη, αλλά όπως του το ανέφερε σχετικά ο εκκαλών, τις απόψεις επομένως του οποίου και μεταφέρει... Εξάλλου, αναφορικά με την αναπηρία του εκκαλούντος, τον ακρωτηριασμό δηλαδή των δακτύλων του δεξιού χεριού του, πέραν του ότι δεν την επικαλείται ευθέως και αμέσως ως ειδικό, με την παραπάνω έννοια, λόγο για την κήρυξη της πτώχευσης του, ακόμη και με την αντίθετη εκδοχή, το περιστατικό τούτο, πέραν της αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του, αφού δεν αναφέρει πότε ακρωτηριάστηκε και από πότε άρχισε να ασκεί την παραπάνω εμπορική του δραστηριότητα, για να διαπιστωθεί αν αυτή επηρεάστηκε από το ανωτέρω γεγονός, χωρίς, παράλληλα, να αναφέρει τις επιπτώσεις του εν λόγω ακρωτηριασμού του στην οικονομική του αυτή δραστηριότητα και στις οικονομικές του εν γένει δυνατότητες και πώς συνδέεται ο ακρωτηριασμός του αυτός με την αδυναμία του να αντεπεξέλθει στις πληρωμές του από την παραπάνω οικονομική του δραστηριότητα, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας ότι συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην κήρυξη της πτώχευσης του. Περαιτέρω, η αντίθετη κρίση, το ότι δηλαδή η κήρυξη του σε πτώχευση ήταν άσχετη με το γεγονός του ακρωτηριασμού του αλλά και με το περιστατικό της «νόσου των τρελών αγελάδων», προκύπτει και από το ότι, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, αλλά προκύπτει και από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ορισμένα από τα ακίνητα του που εκπλειστηριάστηκαν κατακυρώθηκαν στη σύζυγο του, ενώ τα υπόλοιπα κατακυρώθηκαν στα αδέλφια του. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι ούτε ο εκκαλών επικαλείται, αλλά ούτε και από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε η ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποιου άλλου ειδικού, με την παραπάνω έννοια, λόγου, που να συνετέλεσε στην κήρυξη της πτώχευσης αυτού, δεν είναι δυνατή η κήρυξη του ως συγγνωστού. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κηρύσσοντας τον με την εκκαλούμενη απόφαση του μη συγγνωστό, έστω με συνοπτικότερη αιτιολογία, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ερμήνευσε και εφήρμοσε.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών