Λήψη προληπτικών μέτρων στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 - 106 ν. 3588/ 2007.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ    10689/2008

Απόσπασμα…….Με τις διατάξεις των άρθρων 99 - 106 του ν. 3588/ 2007 (Νέος Πτωχευτικός Κώδικας) εισήχθη στο ελληνικό δικανικό σύστημα ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής (procedure de conciliation). Σκοπός του νομοθέτη ήταν η πρόληψη της πτωχεύσεως, με το να τεθούν στη διάθεση του οφειλέτη νομικοί μηχανισμοί, αποτρεπτικοί της αναπόδραστα καταστροφικής ρευστοποιήοεως, ώστε οι οικονομικές δυσκολίες να αντιμετωπίζονται κατά, τρόπο προσεκτικό, σοβαρό, φαντασία, διαπραγμάτευση, ασφάλεια και διαμόρφωση περιβάλλοντος εμπιστοσύνης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών. Με την διαδικασία συνδιαλλαγής επιδιώκεται, υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής και με την σύμπραξη των πιστωτών, η ικανοποίηση των τελευταίων μέσω της διάσωσης της επιχειρήσεως, που απειλείται με οικονομική κατάρρευση ή εκείνης που τα δεδομένα της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν αφήνουν προσδοκία επιβιώσεως, με απώτερους σκοπούς την διατήρηση των θέσεων εργασίας, την προαγωγή του τοπικού κοινωνικοοικονομικού χώρου, όπου δραστηριοποιείται η επιχείρηση και ευρύτερα της εθνικής οικονομίας. Η διαδικασία συνδιαλλαγής δεν είναι παρά μια συλλογική συναινετική διαδικασία που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας. Εντούτοις, προβλέπεται εκ του νόμου τριπλή παρέμβαση του δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι στα πλαίσιά της εκδίδονται τρεις αποφάσεις δυνάμει των οποίων λειτουργεί η διαδικασία συνδιαλλαγής, ήτοι η 1η απόφαση η οποία επιτρέπει το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής» (άρθρο 100 του ΠτωχΚωδ η 2η απόφαση που επικυρώνει ή μη την συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 § 1 του ΠτωχΚωδ) και η 3η απόφαση που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπληρώσεως των όρων της (105 του ΠτωχΚωδ). Στην διαδικασία συνδιαλλαγής μπορεί να υπαχθεί κάθε οφειλέτης, ο οποίος σε περίπτωση πτωχεύσεως θα είχε πτωχευτική ικανότητα κατά την διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ΠτωχΚωδ, δηλαδή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έμπορος ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει οικονομικό σκοπό (άρθρο 99 § 1 του Πτωχ Κωδ). Η απόφαση για υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής είναι πράξη διαχειρίσεως, για την οποία εξουσία έχει μόνον το όργανο του νομικού προσώπου ή ο έμπορος ατομικώς. Ο οφειλέτης ούτε υποχρέωση έχει για υπαγωγή στην διαδικασία αυτή, αλλά ούτε και δικαίωμά του είναι, αν δεν συντρέχουν οι κάτωθι αναφερόμενες αντικειμενικές προϋποθέσεις. Η υπαγωγή προϋποθέτει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς είσοδο στο στάδιο της παύσεως των πληρωμών. Συνεπώς, οικονομική αδυναμία μπορεί να συνιστά η μη γενική, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, οικονομική αδυναμία ή η πρόσκαιρη ή η οφειλόμενη σε παροδικούς λόγους οικονομικής στενότητας ή σε λόγους δικαιολογημένης αρρυθμίας πληρωμών. Δεν απαιτείται η οικονομική αδυναμία να είναι παρούσα, αλλά αρκεί, κατ αντικειμενική εκτίμηση, να προβλέπεται ότι στο άμεσο μέλλον η επιχείρηση θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες. Ο προβλέψιμος χαρακτήρας προϋποθέτει πρόγνωση, όχι αορίστως και αφηρημένως, αλλά με συγκεκριμένες καταστάσεις και ενδείξεις, οι οποίες μπορεί να είναι: α) τα οικονομικά δεδομένα, όπως αρνητικός ισολογισμός, συνεχής έλλειψη κερδοφορίας και αδυναμία μερισματικής πολιτικής, υπερβολικός βραχυπρόθεσμος δανεισμός, διακοπή τραπεζικών συναλλαγών, αφαίρεση βιβλιαρίου επιταγών, διακοπή οικονομικής υποστηρίξεως από μητρική εταιρία ομίλου, β) η περιουσιακή κατάσταση, όπως η επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων με πολλαπλές εμπράγματες ασφάλειες ή η ανυπαρξία ελεύθερης περιουσίας ή η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων για αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, γ) η επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως έλλειψη των αναγκαίων πρώτων υλών, υπολειτουργία της επιχειρήσεως, δυσχέρειες στην κάλυψη αποθεμάτων, προβλήματα και διεκδικήσεις προσωπικού μη αντιμετωπίσιμες, δυσαναλογία εσόδων και λειτουργικών εξόδων και δ) το οικονομικό περιβάλλον της επιχειρήσεως όπως μείωση παραγγελιών, ανάκληση ή μη παράταση αδειών εκμεταλλεύσεως ή ευρεσιτεχνιών, προβληματικές σχέσεις με προμηθευτές, συγκρούσεις με προσωπικό, καταστροφή (ολική ή μερική) εγκαταστάσεων ή παραγωγής, ευρεία ελαττωματικότητα προϊόντων και μαζικές υπαναχωρήσεις καταναλωτών. Για την υπαγωγή του σε διαδικασία συνδιαλλαγής, ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική αίτηση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ως τέτοιου νοουμένου του δικαστηρίου, που σε περίπτωση πτωχεύσεως θα ήταν αρμόδιο για την κήρυξή της, ήτοι του πολυμελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας, στην οποία ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, ειδικώς δε για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται ως τέτοιος ο τόπος της καταστατικής τους έδρας (άρθρο 4 §§ 1 και 2 του ΠτωχΚωδ), το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (741 επ. του ΚΠολΔ), με την απόκλιση που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ΠτωχΚωδ για την δυνατότητα ασκήσεως παρεμβάσεων, κύριων ή πρόσθετων και προφορικώς με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Για το ορισμένο της σχετικής αιτήσεως, πέραν των άλλων στοιχείων που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται, με ποινή απαραδέκτου, αφενός πληροφορίες σχετικώς με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, το μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχειρήσεως από άποψη απασχολήσεως και αφετέρου περιγραφή των προτεινόμενων μέτρων χρηματοδοτήσεως του οφειλέτη και τα μέσα αντιμετωπίσεως της καταστάσεως αυτής (99 § 2 του ΠτωχΚωδ). Για το παραδεκτό της αιτήσεως επισυνάπτεται γραμμάτιο καταθέσεως του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 5000 ευρώ για την αμοιβή του έμπειρο γνώμονα και του μεσολαβητή. Ωστόσο, ενόψει του ότι, κατά κανόνα, το δικαστήριο δεν έχει ειδικές γνώσεις ή δυνατότητες ανάγνωσης της οικονομικής καταστάσεως του οφειλέτη από άποψη ιδίως προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας, προβλέπεται στό νόμο (99 § 2 ΠτωχΚωδ) προς το σκοπό διευκολύνσεως της κρίσεως του δικαστηρίου για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η διακριτική ευχέρεια του προέδρου του πτωχευτικού δικαστηρίου, με ταχεία διαδικασία διάταξης αμέσως μετά από την υποβολή της αιτήσεως, εφ’ όσον το κρίνει αναγκαίο, να ορίσει εμπειρογνώμονα για να διαπιστωθεί την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Ο εμπειρογνώμονας αφού συλλέξει κάθε σχετική πληροφορία, υποχρεούται να συντάσσει έκθεση, την οποία καταθέτει στον γραμματέα των πτωχεύσεων εντός προθεσμίας 20 ημερών από το διορισμό του (99 § 3 ΠτωχΚωδ). Το πτωχευτικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί για το «άνοιγμα, της διαδικασίας συνδιαλλαγής» αρκείται σε πιθανολόγηση του κατ ουσίαν βάσιμου του αιτήματος, στηριζόμενο κυρίως στην έκθεση του εμπειρογνώμονα, εφόσον τούτος ορίσθηκε. Αν το δικαστήριο αποφασίσει το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής», ορίζει μεσολαβητή, τον οποίο επιλέγει από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων. Με την ως άνω απόφαση του δικαστηρίου καθορίζεται ανάλογα με το μέγεθος και την φύση της επιχειρήσεως του οφειλέτη, ο χρόνος που δίνεται στον μεσολαβητή να περαιώσει το έργο του, αλλά όχι πέραν του διμήνου, αρχομένου όχι από την επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως που τον διορίζει (144 ΚΠολΔ), η οποία γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του πτωχευτικού δικαστηρίου (375 του ΚΠολΔ), αλλά από την δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Εφόσον ο μεσολαβητής το ζητήσει, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία για ένα ακόμη μήνα. Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατά την διάταξη του άρθρου 100 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 § 1 του ΠτωχΚωδ, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικά μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) Να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) Να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) Να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται με την 1η απόφαση ισχύουν μέχρις εκδόσεως της 2ης αποφάσεως ήτοι, της επικυρωτικής ή μη της συμφωνίας κατά την διάταξη του άρθρου 103 § 4 του ΠτωχΚωδ, ή, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου που κηρύσσει την λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά την διάταξη του άρθρου 101 § 3 του ΠτωχΚωδ. Η 1η απόφαση του Δικαστηρίου για «το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής» δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (100 § 3 ΠτωχΚωδ) και επιπλέον δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 100 § 4 του ΠτωχΚωδ σε ένδικα μέσα, είτε δέχεται την αίτηση, είτε όχι (βλ. Αιτιολογική έκθεση του ν. 3588/2007, ΠΠρΑθ 74/2008 ΔΕΕ 2008. 229, ΠΠρΘεθ 28664/ 2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, Ι. Σπυριδάκης, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση 2008, σ. 410 επ., Λ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση 2008 σ. 511-529, Σπ. Ψυχομάνης, έκδοση 2007 σ. 40-54, Π. Μάζης, Η διαδικασία συνδιαλλαγής του νέου Πτωχευτικού Κώδικα σε ΔΕΕ 2/2008. 172, Α. Κοτσίρης - Π. Αρβανιτάκης, Γνωμοδότηση από 19.02.2008 «Προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το νέο πτωχευτικό κώδικα»). Η λήψη των προληπτικών μέτρων αποσκοπεί στην εξασφάλιση κάθε επιζήμιας για τους πιστωτές μεταβολής της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της επιχειρήσεώς του. Για την εκδίκαση της αιτήσεως λήψεως προληπτικών μέτρων η διάταξη του άρθρου 100 § 1 εδ. γ' του ΠτωχΚωδ παραπέμπει στην γενική διάταξη περί εξασφαλιστικών - προληπτικών μέτρων της διατάξεως του άρθρου 10 του ιδίου Κώδικα. Κατά την § 1 της τελευταίας αυτής διατάξεως: «Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8». Η επιλογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση της σχετικής αιτήσεως και μάλιστα σε μία γενικότερη διαδικασία υπαγόμενη, ανεξαιρέτως, στις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4 § 3 και 54 § 1 του ΠτωχΚωδ), θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιθυμία του νομοθέτη, να αρκείται το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή σε απλή πιθανολόγηση για την λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, όπως ισχύει στην διαδικασία, των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ. Η αίτηση περί λήψεως προληπτικών μέτρων ενόψει του «ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής», όπως προκύπτει από την συνεφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 § 1 εδ, γ' και 10 § 1 του ΠτωχΚωδ, ασκείται μετά από την υποβολή της κατά το άρθρο 99 αιτήσεως και για την αποδοχή της, όπως άλλωστε και για την ίδια την αίτηση για το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής», μολονότι η τελευταία δικάζεται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 99 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 §§ 1 και 3 του ΠτωχΚωδ), αρκεί η πιθανολόγηση του βάσιμου της αιτήσεως. Πρέπει να γίνει δεκτό, ότι τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται τόσο γενικότερα κατά την εξέλιξη της πτωχευτικής διαδικασίας, κατά την διάταξη του άρθρου 10 του ΠτωχΚωδ όσο και ειδικότερα ενόψει του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δεν συνιστούν γνήσια ασφαλιστικά μέτρα, αλλά ορθότερο είναι ότι πρόκειται για ρυθμιστικό μέτρο της εκουσίας δικαιοδοσίας, το οποίο απλώς εκδικάζεται κατά νομοθετική παραπομπή κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Και τούτο διότι δεν υπάρχει εδώ κατ’ ουσίαν ορισμένο δικαίωμα, το οποίο καλείται, ελλείποντος μάλιστα του στοιχείου του κατεπείγοντος, να προστατέψει προσωρινώς το συγκεκριμένο μέτρο μέχρι την οριστική του διάγνωση. Το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής ή η επικύρωση της σχετικής συμφωνίας οφειλέτη και πιστωτών εισάγουν γνήσια υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, που αποσκοπούν στην διατήρηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη σε υγιείς βάσεις, ώστε να συνεχίσει ομαλώς την οικονομική της πορεία. ʼλλωστε, η από νομική διάταξη παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μίας διαγνωστικής διαφοράς ή της λήψεως ενός ρυθμιστικού μέτρου δεν προσδίδει χωρίς άλλο σε αυτήν την ιδιότητα του ασφαλιστικού μέτρου. Απόρροια τούτου είναι η μη εφαρμογή όλων των διατάξεων των άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ, αλλά μόνον εκείνων, που αρμόζουν στην υπόθεση. Εξ άλλου, στην διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ΠτωχΚωδ, ορίζεται ως αρμόδιο όργανο για την εκδίκαση της αιτήσεως περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της πτωχευτικής διαδικασίας ο Πρόεδρος του κατά το άρθρο 4 αρμοδίου δικαστηρίου, ήτοι, του πτωχευτικού δικαστηρίου, ο οποίος δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Αντιθέτως, στην διάταξη του άρθρου 100 § 1 εδ. γ του ΠτωχΚωδ ορίζεται ότι τα προληπτικά μέτρα στο στάδιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής λαμβάνονται από το πτωχευτικό δικαστήριο «κατ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10». Εμφανίζεται έτσι, μία κατ αρχήν αναντιστοιχία ως προς το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για την λήψη των προληπτικών μέτρων ενόψει του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Καθώς, όμως, η διάταξη του άρθρο 100 αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου επί της αιτήσεως του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, συνάγεται ότι η ειδικότερη αναφορά στην § 1 ε. γ' της ιδίας διατάξεως της δυνατότητας λήψεως προληπτικών μέτρων αναφέρεται κυρίως στο στάδιο της συζητήσεως της κατ άρθρον 99 του ΠτωχΚωδ αιτήσεως και της εκδόσεως επ αυτής αποφάσεως. Επομένως, όταν η αίτηση για την λήψη προληπτικών μέτρων υποβάλλεται μαζί με την αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, τότε αρμόδιο για την εκδίκασή της και την λήψη των αναγκαίων προληπτικών μέτρων είναι το κατά την ρύθμιση του άρθρου 100 § 1 εδ. γ' δικαιοδοτικό όργανο, ήτοι, το ίδιο το πτωχευτικό δικαστήριο. Κατ ουσίαν εδώ, πρόκειται (και προσομοιάζει ως προς τον χαρακτήρα) για προσωρινή διαταγή του άρθρου 781 του ΚΠολΔ, στο μέτρο που η διάταξη αυτή επιτελεί στην εκούσια δικαιοδοσία λειτουργία αντίστοιχη των καθόλου ασφαλιστικών μέτρων, την οποία κατ εξαίρεση συνδυάζει εδώ ο νομοθέτης με την διαδικασία τον ασφαλιστικών μέτρων και όχι αυτής των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (Λ. Κοτσίρης - Π. Αρβανιτάκης, Γνωμοδότηση, ό.π., Ι. Σπυριδάκης, ό.π. σ. 410-411 υποσ. 8). Όταν, αντιθέτως, μετά από την υποβολή της αιτήσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (η οποία έτσι εκκρεμεί ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, οπότε εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας) ασκηθεί αυτοτελώς, με ίδιο δικόγραφο, από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον η αίτηση για την λήψη προληπτικών μέτρων, τότε η αίτηση αυτή δικάζεται από τον Πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου, κατά την γενική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρον 10 του ΠτωχΚωδ. Και η αυτοτελής αυτή αίτηση, δικάζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 § 1 εδ. γ' και 10 του ΠτωχΚωδ, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά πιθανολόγηση, ενόψει, ως προς την τελευταία περίπτωση, της γενικότητας της διατύπωσης του άρθρου 732 του ΚΠολΔ, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 781 του ΚΠολΔ. Ενόψει δε, του ότι το μονομελές πρωτοδικείο συγκροτείται, κατά την διάταξη του άρθρου 4 § 1 εδ. β' του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη και του ότι δεν υφίσταται στον ΚΠολΔ αυτοτελής ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών διαδικασία, αρμόδιο για την εκδίκαση της αυτοτελούς αιτήσεως για την λήψη προληπτικών μέτρων όταν η αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής εκκρεμεί ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, είναι το μονομελές πρωτοδικείο το οποίο όμως, στην περίπτωση αυτή, ενόψει και της λεκτικής διατυπώσεως του άρθρου 10 του ΠτωχΚωδ, πρέπει να συγκροτείται από τον πρόεδρο του πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου). Επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής μπορεί να αντληθεί και από την διάταξη του άρθρου 938 του ΚΠολΔ, κατά την § 2 της οποίας η αίτηση αναστολής, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, δικάζεται από τον δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή και αν πρόκειται για πολυμελές πρωτοδικείο, από τον πρόεδρο αυτού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 936 του ΚΠολΔ, όταν καθ ύλην αρμόδιο για την ανακοπή του τρίτου» είναι το τελευταίο αυτό δικαστήριο, ήτοι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο (βλ. σχετ. με την ως άνω διάταξη, Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδοση Β', § 193, ΕφΑθ 3461/1994 ΕλλΔνη 1995. 1275). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών