Διαδικασία επαλήθευσης των απαιτήσεων, ανακοπή μη καταταγέντων πιστωτών. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  225/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η πτωχευτική πίστωση, που έγινε κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της έκθεσης επαλήθευσης, που αποτελεί για την ύπαρξη της απαίτησης πλήρη απόδειξη κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης.

Οι μη καταταγέντες πιστωτές μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξή τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεών τους.

Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως, όπως τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης με βάση τις παραδοχές της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων.

Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς, με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  225/2010

Απόσπασμα……..Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 648, 665 και 666 ΕμπΝ με εκείνες των άρθρων 972, 975, 986 και 977 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία της επαληθεύσεως υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες απαιτήσεις, οι πιστωτές των οποίων στερούνται των ατομικών διώξεων. Αν δε εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή που διατηρεί δικαίωμα ατομικής διώξεως, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, πριν από το στάδιο της ενώσεως των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτελέσεως μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών στον οικείο πίνακα κατάταξης. Η πτωχευτική πίστωση, που έγινε κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της εκθέσεως επαληθεύσεως, που αποτελεί για την ύπαρξη της απαίτησης πλήρη απόδειξη κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 του ΚΠολΔ οι μη καταταγέντες πιστωτές μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξή τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεών τους. Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως, όπως τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης με βάση τις παραδοχές της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων. Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται κατ' άρθρο 585 εδ. τελευταίο Εμπ. Νόμου, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς, με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 6-5-1997 μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 16 β' του Ν 2479/1997, κατατάσσονται προνομιακά στην τρίτη σειρά οι απαιτήσεις των δικηγόρων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, χωρίς μάλιστα κατά τη σύνταξη του πίνακα να απαιτείται να έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση. Ως ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, ακόμη και αν επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ. Ο χρόνος, εξάλλου, της κήρυξης της πτώχευσης είναι κρίσιμος για τον αναδρομικό υπολογισμό της διετίας, εφόσον δεν προηγήθηκε της πτώχευσης κατάσχεση και ορισμός ημέρας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή, οπότε η πορεία της εκτέλεσης δεν θα επηρεάζετο από την πτώχευση που επακολούθησε. Εάν συνεπώς είχε προηγηθεί κατάσχεση από ενέγγυο πιστωτή και είχε ορισθεί ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας είναι η προγενέστερη από την κήρυξη της πτώχευσης χρονολογία του πλειστηριασμού και όχι η χρονολογία της κήρυξης της πτώχευσης. Αν ο πλειστηριασμός, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεως της διενέργειάς του κατά την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί, έγινε αργότερα, έστω και μετά την κήρυξη της πτώχευσης, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία, πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός, διετία και όχι εκείνες, ακόμη και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τόκων, που προέκυψαν στο ενδιάμεσο διάστημα από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός έως την ημέρα που πραγματικά διενεργήθηκε ή έως την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης ( Ολ. ΑΠ. 22/2000 ). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών