Συγχώνευση εταιριών με απορρόφηση και οι εργασιακές σχέσεις.

 

ΠΑΓΟΣ   1100/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την συγχώνευση εταιριών με απορρόφηση οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που ως διάδοχος εργοδότρια υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών.

Η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχώνευσης και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1100/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2007 αίτησή του και τους από 17-7-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, η οποία επέρχεται οπωσδήποτε, δεν επηρεάζει καθόλου την εφαρμογή των διατάξεων υπέρ του υπαλλήλου του νόμου αυτού. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του Β.Δ. 16/-18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3514/1928. Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική δραστηριότητα αυτής, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες με τον προηγούμενο εργοδότη εργασιακές σχέσεις. Το εν λόγω αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Συνεπώς, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών, ενώ με την καθιέρωση της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως διασώζεται αυτή ως προς όλο το περιεχόμενό της, η δε ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του Ν.2112/1920 διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτερεύσεως της θέσεως των μισθωτών. Εξάλλου, στην ειδική περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και της διαδοχής εργοδοτών, που επέρχονται διά της συγχωνεύσεως των εταιριών με απορρόφηση (άρθρ. 68 επ. Π.Δ. 498/1987), οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες, δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που, ως διάδοχος εργοδότρια, υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1-2 του Π.Δ. 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Μετά τη μεταβίβαση αυτή οι ειδικές ΣΣΕ του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955, που αντιστοιχούν στις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ισχύοντος Ν. 1876/1990 και συνδέονται από τη φύση τους με μία επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αφού αφορούν τους εργαζομένους συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως ή επιχειρήσεως (άρθρ. 3 παρ.1γ του Ν. 1876/1990), λήγουν είτε ταυτόχρονα με τη λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτών, είτε με την καταγγελία τους, ως αόριστης διάρκειας, από την απορροφώσα εταιρία μετά την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος τους, ενώ πριν από την πάροδο ενός έτους ή πριν από τη λήξη τους μπορούν να καταγγελθούν, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες, που υπήρχαν κατά την υπογραφή τους (άρθρ.12 παρ. 1-2 του Ν. 1876/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων στις 3-8-1981 προσλήφθηκε από την Τράπεζα Εργασίας με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλός της. Η σύμβαση αυτή κατά τη λήξη της ανανεώθηκε για ένα ακόμη εξάμηνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων εντάχθηκε με προφορική συμφωνία στο τακτικό προσωπικό της εν λόγω Τράπεζας, ενώ η σύμβαση εργασίας του διεπόταν πλέον από τους όρους του Κανονισμού του προσωπικού αυτής, που θεσπίσθηκε με την καταρτισθείσα μεταξύ της Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ, η οποία κατατέθηκε αρμοδίως στις 17-2-1978. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 7-9-2000 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση της Τράπεζας Εργασίας με απορρόφησή της από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε αυτοδικαίως, καθόσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, στη θέση της εργοδότριας του αναιρεσείοντος ως άνω Τράπεζας. Έτσι, ο τελευταίος μετά τις 7-9-2000 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη νέα εργοδότριά του, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, που είχε συνάψει με την αρχική εργοδότριά του και με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμβάσεως αυτής. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας βρέθηκε με δύο διαφορετικούς κανονισμούς και με προσωπικό, το οποίο υπαγόταν σε δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα, αφού οι εργαζόμενοι σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση συνδέονταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ οι εργαζόμενοι πριν τη συγχώνευση στην Τράπεζα Εργασίας συνδέονταν πλέον με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Το καθεστώς αυτό δημιούργησε ανισότητες μεταξύ του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων, που προέρχονταν από την Τράπεζα Εργασίας, μπορούσαν να καταγγελθούν, ως ορισμένου χρόνου, μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση μπορούσαν να καταγγελθούν, ως αορίστου χρόνου, χωρίς κανένα λόγο. Οι εν λόγω ανισότητες είχαν δυσμενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ του προσωπικού αυτής και στην εύρυθμη λειτουργία της. Προς αποτροπή των δυσμενών αυτών συνεπειών η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας, στις 12-9-2000 προέβη στην καταγγελία της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, με βάση την οποία είχε θεσπισθεί ο εσωτερικός κανονισμός προσωπικού, προς το σκοπό, ύστερα από διαπραγματεύσεις, να συναφθεί νέα ΕΣΣΕ, με την οποία θα θεσπιζόταν νέος εσωτερικός κανονισμός-οργανισμός ενιαίος για το σύνολο του προσωπικού αυτής. Με την επίδοση κατά την αυτή ημερομηνία προς το "Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG EUROBANK" προσκλήσεως για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς σύναψη νέας ΣΣΕ προς κατάρτιση νέου εσωτερικού κανονισμού καταγγέλθηκε και η ΣΣΕ, με την οποία είχε καταρτισθεί ο εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσίβλητης πριν από τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Εργασίας. Με το εν λόγω σωματείο, που ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο στο χώρο της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, η τελευταία υπέγραψε τελικά την από 12-9-2000 ΕΣΣΕ, με την οποία θεσπίσθηκε ο νέος εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού αυτής και η οποία κατατέθηκε αυθημερόν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Έτσι, μετά την κατάρτιση του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας, ο οποίος ρυθμίζει αποκλειστικά όλα τα θέματα, που αφορούν τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης με το προσωπικό της, έπαυσε πλέον η ισχύς των παλιών εσωτερικών κανονισμών, ήτοι και εκείνου που ίσχυε μέχρι τότε στην Τράπεζα Εργασίας. Με τη λήξη της ισχύος της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών όρων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 21 αυτής, κατά τον οποίο οι συμβάσεις εργασίας του άρρενος προσωπικού έληγαν με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ενώ με το άρθρο 19 του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας ορίσθηκε πλέον ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας είναι και οι υπάρχουσες καθίστανται αορίστου χρόνου. Η νέα ΕΣΣΕ αφορά και δεσμεύει πλέον και όλους τους μισθωτούς της Τράπεζας Εργασίας , έστω καν αν περιέχει δυσμενέστερους όρους για το προσωπικό αυτής, εφόσον βέβαια με την ατομική σύμβαση εκάστου εργαζομένου στην τελευταία δεν είχε γίνει ειδική και ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ως άνω από 20-1-1978 εδικής ΣΣΕ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 19-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημιώσεως, λόγω προώρου λύσεως της εργασιακής του σχέσεως με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα μετά τη συμπλήρωση σ' αυτή 15ετούς υπηρεσίας με καταγγελία του, γεγονός που είχε καταστεί όρος της ατομικής του συμβάσεως και εντεύθεν μετατροπής αυτής από την αρχή σε αορίστου χρόνου, συνεπεία πληρώσεως της ενυπάρχουσας στον Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του σχετικής διαλυτικής αιρέσεως, ως εκ του ότι υπήρχε δεσμευτικώς για την αναιρεσίβλητη η συγκατάθεσή της εκ των προτέρων για την καταγγελία της συμβάσεως από μέρους αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η ανωτέρω από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ή πριν από τη λήξη της, ώστε να απαιτείται για την καταγγελία της σημαντική μεταβολή των συνθηκών, που υπήρχαν κατά την υπογραφή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών