Προθεσμία άσκησης αγωγής μισθωτού από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, προθεσμία λόγω ποινικού αδικήματος μισθωτού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   80/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να ασκηθεί και η αγωγή να κοινοποιηθεί εντός τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας (αποσβεστική προθεσμία ).

Αφορά κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα.

Στην περίπτωση όμως, που κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης, ή του απαλλακτικού βουλεύματος.

Ο εργοδότης στην περίπτωση απαλλαγής του μισθωτού της ποινικής κατηγορίας για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, οφείλει μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος, ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την προβλεπόμενη αποζημίωση, αλλιώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται άκυρη. Ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   80/2009

Απόσπασμα……Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας και σχετική αγωγή, προκύπτει ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της σύμβασης δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφισταμένη κατάσταση. Για τον λόγο αυτό, η αγωγή με την οποία διώκεται μόνο αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όταν όμως, κατά το χρόνο ασκήσεώς της, έχει παρέλθει η άνω προθεσμία για τις αξιώσεις που πρόκειται να προπαρασκευάσει, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (Α.Π. 1435/2002, Α.Π. 1452/1997). Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνον για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσει του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (Α.Π. 21/2004). Αν υπάλληλος, κατά του οποίου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, απαλλαγεί της ποινικής κατηγορίας, ο εργοδότης που είχε καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση για το λόγο αυτό, χωρίς να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση οφείλει, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, αλλιώς η καταγγελία της συμβάσεως καθίσταται άκυρη και συνακόλουθα ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 556 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1995 για την άσκηση της αγωγής με την οποία προβάλλονται αξιώσεις του μισθωτού από την άκυρη καταγγελία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει σ' αυτόν το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα ισολογισμού και επιδόματα εορτών από 7-7-1988 μέχρι 31-12-1999, είναι απαράδεκτη επειδή δεν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, δεχόμενο τα εξής : "... Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος, αφού η λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν επήλθε με καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αλλά με την επιβολή στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης με βάση τον ισχύοντα Κανονισμό της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μην έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανωτέρω διάταξη, αφού μάλιστα δεν προέκυψε, ότι με τον Κανονισμό γίνεται σχετική παραπομπή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η υπό κρίση αγωγή δεν υπόκειται στην προβλεπομένη από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 προθεσμία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, της εν λόγω αγωγής προηγήθηκε η άσκηση, εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας της από 7-10-1988 αγωγής του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι είναι άκυρη η επιβληθείσα σ' αυτόν πειθαρχική ποινή της απόλυσης, και επί της οποίας, μετά την έκδοση αρχικά της 2685/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την άσκηση διαδοχικών ένδικων μέσων, εκδόθηκε τελικά η….αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ... . Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 4984/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης αυτής. Επομένως.... η υπό κρίση αγωγή, η οποία αφορά την καταβολή μισθών υπερημερίας και η οποία έχει ως βάση την ως άνω αναγνωριστική απόφαση, καίτοι ασκήθηκε εκτός της τρίμηνης προθεσμίας, δεν είναι απαράδεκτη, αφού το ουσιαστικό απαράδεκτο που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, αποκλείεται όχι μόνο με την κοινοποίηση στον εργοδότη μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της καταψηφιστικής αγωγής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη απόλυση, αλλά και με την κοινοποίηση της αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ζητείται απλώς η αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης, οπότε η επακολουθούσα αγωγή για τις χρηματικές αξιώσεις από την άκυρη απόλυση δεν είναι αναγκαίο να ασκείται και αυτή εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας ...". Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955. Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε ευχερώς να εργαστεί σε άλλη παρόμοια εργασία και να λαμβάνει τις ίδιες περίπου αποδοχές, που ελάμβανε από την αναιρεσείουσα, και ότι παρ' όλα αυτά δόλια και κακόβουλα απέφυγε να εργασθεί, κατά το διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από αυτή μισθούς εργασίας, χωρίς να έχει εργαστεί, και στη συνέχεια επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του αναιρεσίβλητου προς είσπραξη μισθών υπερημερίας, δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.- Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, επειδή το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 15-2-1994, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προσφέρει την εργασία του, αφού ήταν φυλακισμένος. Ο εργαζόμενος, όμως, δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όταν κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, φυλακίζεται ανυπαίτια και για λόγο που ενάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη, δηλαδή για αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε κατά την παροχή της εργασίας του και στη συνέχεια ... ... Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης, η οποία άλλωστε υπήρξε και η αιτία της απόλυσής του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαίτια εκ μέρους αυτού αδυναμία παροχής της εργασίας του από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατήθηκε προσωρινά και ακολούθως φυλακίστηκε, αλλά αντίθετα πρόκειται για ανυπαίτια αδυναμία παροχής, δεν παραβίασε την πιο πάνω διάταξη και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε εύλογες αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη της οφειλής της και ως εκ τούτου μόνο το γεγονός ότι εκκρεμούσε η δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης του αναιρεσιβλήτου δεν είναι ικανό να άρει την υπερημερία της και με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο νομίμους τόκους από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα που οι μισθοί υπερημερίας ήσαν καταβλητέοι και τα επιδόματα εορτών κλπ από τότε που ήταν καταβλητέοι κατά νόμο και όχι από την επίδοση της αγωγής. 'Ετσι, που έκρινε δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ. και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης αυτής, είναι, επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών