Μετάβαση στον τόπο εργασίας, δεν αποτελεί χρόνο εργασίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1087/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση του εργαζόμενου από την κατοικία του στον τόπο παροχής της εργασίας και επιστροφής, δεν αποτελεί χρόνο εργασίας.

Επομένως ο εργαζόμενος, ο οποίος αφιερώνει αρκετό από τον χρόνο του για την μετάβαση από την κατοικία του στον τόπο εργασίας και για την επιστροφή του, για τον οποίο η εργασιακή σύμβασή του ρητώς δεν τον συμπεριλαμβάνει στον χρόνο της εργασίας, ή για τον οποίο δεν προβλέπεται,  δεν υπάρχει όρος στη σύμβαση, δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1087/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, ως χρόνος εργασίας νοείται ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος μπορεί αλλά και οφείλει να παράσχει την εργασία του. Στο άρθρο 14 παρ. 1 του π.δ/τος της 2716/1932 ορίζεται ότι ως ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα εργασίας. 'Ετσι ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση του εργαζόμενου από την κατοικία του στον τόπο παροχής της εργασίας και επιστροφής, δεν αποτελεί κατά κανόνα, χρόνο εργασίας, δηλαδή της εκπλήρωσης από αυτόν της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του εργοδότη του, κατά την έννοια του άρθρου 652 ΑΚ, αλλά χρόνο διατιθέμενο από τον εργαζόμενο προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής του προς παροχή της συμφωνημένης εργασίας του. Συνεπώς αυτός (ο εργαζόμενος) καθορίζει και τη διάρκεια του εν λόγω χρόνου, με την επιλογή της κατάλληλης προς τούτο κατοικίας, εφόσον τουλάχιστον, δεν επιβάλλονται από τον εργοδότη δεσμεύσεις, με τις οποίες χάριν αυτού ο άνω χρόνος παρατείνεται, ούτε υφίσταται συμφωνία μεταξύ των μερών (άρθρο 361 ΑΚ) να καταβάλλεται και για την απασχόληση αυτή (δηλαδή για τη μετάβαση στο τόπο εργασίας και επιστροφή στην κατοικία) αμοιβή. Δεν μπορεί, επομένως, χωρίς συμφωνία να τεθεί ζήτημα υπερωριακής απασχόλησης, στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω ο εργοδότης, κάνοντας χρήση του διευθυντικού του δικαιώματος, συναγόμενο από το προαναφερόμενο άρθρο 652 ΑΚ, δικαιούται να καθορίζει, επιδιώκοντας την οργάνωση της επιχείρησής του κατά τον προσφορότερο τρόπο, την έκταση της προς εργασίας υποχρέωσης του εργαζόμενου στην επιχείρησή του, και ειδικότερα να προσδιορίζει το είδος, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, επομένως και να μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τόπο, αν η επιχειρηματική δραστηριότητα σε περισσότερου τόπους, εφόσον το δικαίωμά του τούτο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιορίζεται είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την εργασιακή σύμβαση. Εξάλλου, η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέτει ύπαρξη δικαιώματος και άσκηση του δικαιώματος αυτού. Η άρνηση του δικαιώματος από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται δεν συνιστά άσκηση, ούτως ώστε να τεθεί ζήτημα παραβίασης ή μη των ορισμών του άρθρου 281 ΑΚ. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι για να θεωρηθεί ο χρόνος μετάβασης από τον τόπο κατοικίας του εργαζόμενου στον τόπο παροχής της εργασίας του ως χρόνος εργασίας απαιτείται θετική δήλωση των βουλήσεων των μερών, η οποία στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου, που έχει ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή ν' αποκρούει την κατάρτισή τους. Η εξουσία αυτή, που αποτελεί έκφανση του κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερη επαγγελματική και οικονομική δράση, ως εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται σε περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, παρεχόμενου στον δικαιούχο από θετική διάταξη δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος. Τέλος το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που όρισε ότι "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται" αφορά βεβαίως όλα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που τελούν υπό την εγγύηση και την προστασία του κράτους, τα οποία όμως περιορίζει όχι χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά μόνο εφόσον από την καταχρηστική άσκησή τους βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (βλ. ΑΠ 33/1987). Επομένως, ο εργαζόμενος, ο οποίος αφιερώνει αρκετό από τον χρόνο του για την μετάβαση από την κατοικία του στον τόπο εργασίας και για την επιστροφή του, για τον οποίο η εργασιακή σύμβασή του ρητώς δεν τον συμπεριλαμβάνει στον χρόνο της εργασίας ή για τον οποίο δεν προβλέπεται ή δεν υπάρχει όρος στη σύμβαση, δεν έχει δικαίωμα, επικαλούμενος ότι ο εργοδότης άσκησε καταχρηστικώς τη φυσική ευχέρεια που είχε ν' αρνηθεί την αναγνώριση του εν λόγω χρόνου ως χρόνου υπερωριακής εργασίας, ν' αξιώσει αποζημίωση.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών