Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   796/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.

Η μη λήψη αυτών υπ όψιν από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, εφ όσον είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   796/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους. Σχετικώς με την προσκόμιση με επίκληση των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και των ένορκων βεβαιώσεων, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 671 παρ. 1γ' ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2000). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων (Ολ ΑΠ 8/2000). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών