Εσφαλμένη επεξεργασία δυσμενών προσωπικών δεδομένων από την  ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5717/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει υποχρέωση να διασταυρώσει την ορθότητα των στοιχείων του φερομένου ως αποδέκτη των συναλλαγματικών με αντιπαραβολή αυτών με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα, πριν τη διαβίβαση της πληροφορίας σε αποδέκτη Τράπεζα, γιατί η ορθότητα αυτών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και διαμέσου του υφιστάμενου αριθμού ταυτότητας μέσω των αρμοδίων Αρχών.

Ακόμη και αν δηλαδή ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της εγγραφής, όφειλε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, για την επίτευξη του σκοπού της, της προστασίας της εμπορικής πίστης και εξυγίανσης των συναλλαγών, να μη διοχετεύσει μία τέτοια ανέλεγκτη πληροφορία στις Τράπεζες.

Αν πρόκειται για εγγραφή ανύπαρκτης οφειλής, για τον ενδιαφερόμενο «υποκείμενο» έχει άλλη βαρύτητα η διαγραφή λόγω ανυπαρξίας οφειλής από τη διαγραφή λόγω εξόφλησης,  ή έστω λόγω παρέλευσης του χρόνου.

Η εσφαλμένη επεξεργασία δυσμενών προσωπικών δεδομένων, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί το «υποκείμενο» πιστοληπτικά ανίκανο και συναλλακτικά αφερέγγυο στις Τράπεζες, η παρακώλυση της άσκησης των δικαιωμάτων του «πρόσβασης» για παροχή πληροφοριών και «αντίρρησης» για την επεξεργασία των δεδομένων, η διαγραφή των δεδομένων λόγω παρόδου του χρόνου παραμονής στα αρχεία, αντί για εσφαλμένη καταχώρηση (ανυπαρξία οφειλής) δημιουργεί τις προϋποθέσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5717/2008

Απόσπασμα…….Με το ν. 2472/1997 (όπως και με την Οδηγία 95/46/ΕΚ) οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότητας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του φυσικού ή νομικού προσώπου να πληροφορεί και να πληροφορείται) θέτοντας στην άσκηση της τελευταίας, συγκεκριμένους περιορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου, όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή, μετάδοση, χρήση) των προσωπικών πληροφοριών, που αφορούν το άτομο για την ασφάλεια των συναλλαγών (βλ. Εισηγητική έκθεση ν. 2472/1997 σε ΚΝοΒ 1997. 502). Η ρύθμιση του ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 § 1, 5 § 1, 9 § 1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος και 57 του ΑΚ), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παρανόμων προσβολών της προσωπικότητας, σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται κατ αρχήν απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48. 1-19, ΕφΑθ 3833/2003 ΝοΒ 2004. 247, ΕφΑθ 6491/2006 αδημ., ΕφΑθ 1984/2005 αδημ). Συμπερασματικά, πρέπει να σημειωθεί και ότι : οι περιπτώσεις θεμιτής επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών, που προβλέπονται στο άρθρο 5 § 2 του ν. 2472/1997 κατατάσσονται, εναλλακτικά, και όχι σωρευτικά, δεν προϋποθέτουν  κατ ανάγκη αίτηση για συγκατάθεση του υποκειμένου και άρνηση αυτού, αλλά ενεργοποιούνται και ισχύουν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Ειδικότερα, η σύνθεση αρχείου και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αποσκοπεί στον έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και γίνεται από εταιρίες ή από άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας που έχουν εκπληρώσει τις προβλεπόμενες από τον παραπάνω νόμο υποχρεώσεις τους (όπως γνωστοποίηση αρχείου) είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 § 2 περίπτωση ε του ν. 2472/ 1997, διότι α) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι τρίτοι αποδέκτες των δεδομένων, για την άσκηση, δηλαδή του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας, με βάση ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες που εξασφαλίζουν την εμπορική πίστη, την αξιοπιστία και την ασφάλεια των συναλλαγών και β) το σχετικό έννομο συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας ή των τρίτων, υπερέχει, προφανώς από τα συμφέροντα του υποκειμένου … Αυτό συμβαίνει υπό τους πρόσθετους περιορισμούς: α) ότι τα δεδομένα αφορούν (μεταξύ των άλλων και) διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές (βλ. και 71/15.5.2001, 050/20.1.2001 και 09/31.3. 1999 Αποφάσεις της Αρχής και Σταθόπουλος, ό.π. σ. 10, ΕφΑθ 3833/2003 NοB 2004. 247). Αποκλειστικά υπεύθυνοι για την καταχώρηση εσφαλμένων δυσμενών στοιχείων που αφορούσαν στον ενάγοντα είναι οι προστηθέντες υπάλληλοι της δεύτερης εναγόμενης (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.), οι οποίοι είχαν υποχρέωση να διασταυρώσουν την ορθότητα των στοιχείων του φερομένου ως αποδέκτη των συναλλαγματικών ενάγοντα με αντιπαραβολή αυτών με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα, πριν τη διαβίβαση της πληροφορίας σε αποδέκτη Τράπεζα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 7-1-2-3 του Κανονισμού της, σχετικά με την Μηχανογραφική επεξεργασία Πρωτογενών Δεδομένων, Αναφορικά με τον λόγο έφεσης της δεύτερης εναγόμενης, ότι δηλαδή, στο Αρχείο καταχωρήθηκαν οι συναλλαγματικές με βάση τα στοιχεία που εμφανίζονταν στις αναγγελίες της Ε.Τ. (όνομα, διεύθυνση κατοικίας, ΑΔΤ) χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνεται και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) του ενάγοντα (ή τρίτου προσώπου) γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη διασταύρωση των στοιχείων για τον έλεγχο της ορθότητας αυτών σημειώνονται τα ακόλουθα: ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί η ορθότητα αυτών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και διαμέσου του υφιστάμενου αριθμού ταυτότητας, όπως ευχερώς, έπραξε ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε την εσφαλμένη εγγραφή, απευθυνόμενος στις αρμόδιες Αρχές, όπου διαπίστωσε, πως ο φερόμενος ότι ανήκει σ αυτόν αριθμός ταυτότητας, ανήκε στην πραγματικότητα, στην Κ.Θ.. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή, ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της εγγραφής, όφειλε η εκκαλούσα για την επίτευξη του σκοπού της, της προστασίας της εμπορικής πίστης και εξυγίανσης των συναλλαγών να μη διοχετεύσει μία τέτοια, ανέλεγκτη, πληροφορία προς τις Τράπεζες, με τις παραπάνω δυσμενείς συνέπειες. Πέραν, όμως, των παραπάνω, τόσο από τις, σε ανύποπτο χρόνο (πριν δηλαδή τεθεί το ζήτημα για τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) από την εναγόμενη) επιστολές του ενάγοντα, από 10.7.2001 προς τον Τραπεζικό Μεσολαβητή και από 16.8.2001 προς την Ε.Τ.Ε., στις οποίες αναφέρει, ότι οι ένδικες συναλλαγματικές χρεώθηκαν στον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δανειοδοτηθεί από τις Τράπεζες, όσο και από την από 26.4.2002 ενημερωτική επιστολή της εκκαλούσας - δεύτερης εναγόμενης προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, με την οποία αναφέρεται στον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου του ενάγοντα, προκύπτει ότι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου τούτου, ήταν γνωστός στις υπηρεσίες της, αν ήθελε να ελέγξει σε κάθε περίπτωση, ως είχε υποχρέωση την ορθότητα της εν λόγω εγγραφής, μέσω του ΑΦΜ. Επιπλέον, οι προστηθέντες από την δεύτερη εναγόμενη υπάλληλοί της, παραβίασαν το δικαίωμα του ενάγοντα - υποκειμένου στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, της πρόσβασης, δηλαδή, και πληροφόρησης αυτού, για όσα στοιχεία αναφέρονται στην, από μέρους του δήθεν, αποδοχή των συναλλαγματικών (άρθρο 12 του ν. 2472/1997), καθώς και το δικαίωμα αντίρρησης για την επεξεργασία δεδομένων του (άρθρο 13 ν. 2472/1997), όπως προεκτέθηκε. Όφειλαν δε, αφ ενός μεν να παράσχουν σ αυτόν τις ζητούμενες πληροφορίες από το τηρούμενο αρχείο της δεύτερης εναγόμενης, αφ ετέρου δε, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω επανειλημμένες αιτήσεις διαμαρτυρίας του, να προβούν σε επανέλεγχο των τηρουμένων πληροφοριακών στοιχείων και, ακολούθως, σε διαγραφή αυτών, επειδή δεν ανήκαν στον ενάγοντα, σύμφωνα με τον κανονισμό. Αντίθετα, από αμέλεια προέβησαν στις 29.5.2001 σε συμπλήρωση των δεδομένων των συναλλαγματικών με την ένδειξη «εξοφλήθηκαν» χωρίς όμως και να διαθέτουν όπως έπρεπε τεκμηριωμένη κατά το νόμο περί αυτού πληροφορία, τόσο από την Τράπεζα, όσο και από τον ενάγοντα υποκείμενο και ακολούθως σε διαγραφή της σχετικής πληροφορίας. Αλλά, και αν ακόμα διέγραψαν τη σχετική πληροφορία, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη, με την από 26.4.2002, παραπάνω επιστολή της προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, στις 8.6.2001, λόγω της παλαιότητάς της (πάροδος 10ετίας στις 30.6.2001) και όχι για το λόγο, ότι εξοφλήθηκαν οι τίτλοι, χωρίς, δηλαδή και πάλι, να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας της εγγραφής όπως ζητούσε ο ενάγων, δεν αρκεί για την ικανοποίηση του προσφεύγοντα στον οποίο απέφυγε να απαντήσει ευθέως, αν οι συναλλαγματικές αφορούσαν αυτόν ή τρίτο πρόσωπο. Τούτο δε γιατί είναι πρόδηλο, ότι για το «υποκείμενο» έχει άλλη βαρύτητα η διαγραφή λόγω ανυπαρξίας οφειλής από τη διαγραφή λόγω εξόφλησης ή, έστω, λόγω παρέλευσης του χρόνου, αφού πρόκειται για ανύπαρκτη οφειλή. Επομένως, και ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.  Περαιτέρω, η από μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της δεύτερης εναγόμενης, εσφαλμένη επεξεργασία των δυσμενών προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν στον ενάγοντα με αποτέλεσμα να εμφανιστεί πιστοληπτικά ανίκανος και συναλλακτικά αφερέγγυος στις Τράπεζες στις οποίες προσέφυγε για δανειοδότηση, η παρακώλυση, από μέρους τους, της άσκησης των δικαιωμάτων του, «πρόσβασης» για παροχή πληροφοριών και «αντίρρησης» για την επεξεργασία των δεδομένων του (άρθρα 12 και 13 ν. 2472/1997), το γεγονός ότι του ζητήθηκε να ανεχθεί την διαφορετικής ηθικής βαρύτητας, αιτιολογία για τη διαγραφή των δεδομένων που τον αφορούσαν, όπως η πάροδος δεκαετίας παραμονής τους στα αρχεία (αντί για εσφαλμένη καταχώρηση) αλλά και η επί μακρόν προσφυγή του στις αρμόδιες, κατά τα παραπάνω, υπηρεσίες προκειμένου να εξασφαλίσει πρόσβαση στα αρχεία της δεύτερης εναγόμενης, για να αποδείξει το εσφαλμένο της εγγραφής, επέδρασαν αρνητικά στην προσωπικότητά του και προκάλεσαν μείωση της τιμής και της υπόληψής του και έπληξαν την αξιοπιστία του. Ως εκ τούτου προκλήθηκε σ αυτόν ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση δε αυτής, αφού ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, η βαρύτητα της πράξης, οι συνθήκες τέλεσής της και ο βαθμός της υπαιτιότητας (αμέλεια) των προστηθέντων από τη δεύτερη εναγόμενη υπαλλήλων της, κρίνεται εύλογο και δίκαιο να επιδικαστεί το ποσό των (8.000) οκτώ χιλιάδων Ευρώ. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών