Πληροφορίες που δεν θεωρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1187/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο είναι προσιτό με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.

Είναι αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων.

Δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο, ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο.

Πρέπει να αιτιολογείται στην δικαστική απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα η πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, γιατί η πρόσβαση στο αρχείο αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της γνώσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, επεξεργασίας, μετάδοσης και ανακοίνωσης, ώστε να καταστούν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1187/2009

Απόσπασμα……..Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α', β, γ' δ και ε του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 άρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/97, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στον ν. 2472/97, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων". Έτσι, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 22, γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση "αρχείου", χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την παρ. 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια απ' αυτήν διασύνδεση αρχείων.
Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ' άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8188/08 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην….την 30-9-2003 και 19-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα επεξεργάσθηκε, τα μετέδωσε, τα ανακοίνωσε και τα κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα κι επέτρεψε στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων. Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνους κατέθεσε ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και στα πλαίσια αντιδικιών που διατηρούσε με την γερμανική Εταιρεία με την επωνυμία…..που εδρεύει στο .... Γερμανίας σχετικά με τα δικαιώματα χρήσεως διαφόρων σημάτων, το από 30-9-2003 υπόμνημά του ενόψει των υπ' αριθμ. 589/16-7-2002 και 11/31-1-2003 τριτανακοπών που άσκησε η αντίδικος Εταιρεία κατά των υπ'αριθμ. 10164/2001 και 6456/2002 αποφάσεων της Επιτροπής με αίτημα την διαγραφή των σημάτων του εγκαλουμένου…..και…..και των υπ'αριθμ. 492 και 493/4-12-2002 αιτήσεων του κατά της ανωτέρω γερμανικής εταιρείας περί διαγραφής των σημάτων της …..όπου στο σχετικό υπόμνημα επικαλέσθηκε και προσήγαγε τα ακόλουθα έγγραφα που αφορούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και ειδικότερα ποινικές διώξεις και καταδίκες της εγκαλούσης…..α) Την υπ'αριθμ……καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παραβάσεις του αν. 690/1945 κι αν. 539/1945 κατά της ανωτέρω εγκαλούσης β) Το από 30-9-2002 κατηγορητήριο της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών….δυνάμει του οποίου η ίδια εγκαλούσα παραπέμπεται να δικασθεί για τα αδικήματα της απάτης και υπεξαγωγής εγγράφων. Επίσης με το από 19-5-2004 δικόγραφο του προσθήκης-αντίκρουσης προς την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ενόψει των ανωτέρω αντιδικιών με την γερμανική εταιρεία επικαλέσθηκε και προσήγαγε την υπ' αριθμ….απόφαση του Συμβουλίου Εφετών-Αθηνών που επεκύρωσε το υπ' αριθμ….βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει του οποίου η ανωτέρω εγκαλούσα παραπέμπεται να δικασθεί για απάτη μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με τους προαναφερόμενους τρόπους έλαβε γνώση, επεξεργάστηκε, ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά τόσο ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων όσο και στην αντίδικο του επί των ανωτέρω δικών γερμανική εταιρεία και στους πληρεξουσίους δικηγόρους τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούμενης τα οποία συνέλεξε από άτομα που είχαν υποβάλει τις σχετικές μηνύσεις, επιτρέποντας σε αυτούς να λάβουν γνώση, δίχως να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα και χωρίς άδεια-από την αρμόδια Αρχή Προστασίας προσωπικών δεδομένων. Συγκεκριμένα, ενώ τα ανωτέρω συνιστούσαν προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας τα οποία υπήρχαν στα αρχεία του Πρωτοδικείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και του Εφετείου και Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και μολονότι δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει αυτά αφού δεν συμμετείχε στις διαφορές που αφορούσαν τα δεδομένα αυτά με οποιαδήποτε τρόπο, ώστε να έχει νόμιμα πρόσβαση σ' αυτά, αφού έλαβε γνώση αυτών μη νόμιμα τα χρησιμοποίησε προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του διοικητικής φύσης χωρίς δικαίωμα και χωρίς προηγουμένως να λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή και ενώ δεν ήταν απαραίτητα για την στήριξη των δικαιωμάτων του (αρχή αναλογικότητας). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας ........Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για κατ'εξακολούθηση παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. β, 7 και 22 παρ. 2β του ν. 2472/97 και για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διεξαχθείσα στο ακροατήριο διαδικασία, επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην ως άνω κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων. Ειδικότερα, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται περιστατικό επέμβασης στα αρχεία του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και των αντιστοίχων Εισαγγελιών, όπου φέρονται ότι υπήρχαν καταχωρημένες οι πληροφορίες - δεδομένα σχετικών με τις ποινικές διώξεις και καταδίκες της εγκαλούσας. Περαιτέρω, ενώ κατά τρόπο ασαφή στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση των ως άνω προσωπικών δεδομένων "μολονότι δεν είχε δικαίωμα να τα γνωρίζει", στο διατακτικό, κατά τρόπο αντιφατικό, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος "τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα τα συνέλεξε από άτομα που είχαν υποβάλλει σχετικές μηνύσεις στην αντίδικό του". Ενόψει αυτών το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων με την αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 2 εδ. ε του ν. 2472/97 έννοια, η πρόσβαση δε σ' αυτό το αρχείο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2472/97 εγκλήματος.
Συνεπώς, η απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών