Δικαστική χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ    1001/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιτρέπεται η δικαστική χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του υποκειμένου τους, αλλά και για την υπεράσπιση οιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στον ίδιο,  είτε σε τρίτο. Επιτρέπεται δηλαδή στον αντίδικο του υποκειμένου η χρήση δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα ευαίσθητων προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ    1001/2002

Απόσπασμα…….Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής: Η κατηγορία συνίσταται στο ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 21.10.1998 μέχρι 29.9.1999, οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων Γενικός Διευθυντής και υπάλληλος αντίστοιχα, της Τραπέζης …, έχοντας πρόσβαση λόγω της ιδιότητός των στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των συναλλασσόμενων με Τράπεζες, που είναι κωδικοποιημένα σε σχέδιο με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", ανακοίνωσαν τέτοια προσωπικά δεδομένα μη πελάτη της Τράπεζας, στους λοιπούς δύο κατηγορουμένους, οι οποίοι χωρίς δικαίωμα έλαβαν γνώση αυτών. Οι λοιποί δε κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα δεδομένα, αφού επικαλέστηκαν στις 19.10.1999 και στις 25.2.2000 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, σε δίκες του ….. με αντίδικο τον ως άνω εγκαλούντα. 'Ολοι οι κατηγορούμενοι δε, σκόπευαν να προσπορίσουν στον ……που είναι ο ιδιοκτήτης και εκμισθωτής του ….., παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο να αποβούν οι ανωτέρω δίκες υπέρ αυτού, να αποβληθεί ο … από το επίδικο ακίνητο και να ωφεληθεί έτσι ο …… τόσο από τα έσοδα που θα είχε από την χρήση του όσο και από τις δαπάνες από τις επισκευές που διενήργησε στο ……και που ανέρχονται στο ποσό των …. με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 2472/1997 "αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής". Κατά δε την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του ως άνω Νόμου "όποιος χωρίς δικαίωμα... λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών (προσωπικού χαρακτήρα) ή τα ...μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα... ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπον, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξ άλλου κατά την παρ. 6 του ιδίου άρθρου "αν ο υπαίτιος των πράξεων της παρ. 1 και 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως (10) ετών και χρηματική ποινή 210 εκατ. δρχ.". Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. Ε' του Ν 2472/1997 "κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία (δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) και χωρίς τη συγκατάθεση (του υποκειμένου) όταν.. ε) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος ή τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων τα οποία αναφέρονται σε δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Επειδή κατά τη διάταξη της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 7 του ως άνω Ν 2472/1997 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3γ του Ν 2819/2000 "Η επεξεργασία αφορά δεδομένα τα οποία δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου". Εκ της ανωτέρω διατάξεως συνάγεται η δυνατότητα δικαστικής χρήσης των δεδομένων όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του υποκειμένου τους, όπως προέβλεπε η αντικατασταθείσα διάταξη, αλλά και για την υπεράσπιση οιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στον ίδιο είτε σε τρίτο. Με την νέα διάταξη δηλαδή επετράπη ρητώς στον αντίδικο του υποκειμένου η χρήση δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα ευαίσθητων, προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά του. Εξ άλλου, στο άρθρο 7Α, που προσετέθη στο άρθρο 7 του Ν 2472/1997 με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν 2819/2000 ορίζονται οι περιπτώσεις "απαλλαγής υποχρέωσης γνωστοποίησης και λήψης αδείας". Μεταξύ των περιπτώσεων στη παρ. 1 περ. ε' αναφέρεται η περίπτωση κατά την οποία η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους κ.λπ. και αφορά την παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη. Ωσαύτως σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 663/29.6.2000 απαντητικό έγγραφο της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων "οι δικηγόροι μπορούν να έχουν πρόσβαση να συλλέγουν και να επεξεργάζονται κάθε είδους προσωπικό δεδομένο τρίτου υπό τον όρο α) ότι είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος, που επιδιώκει ο εντολέας τους στο πλαίσιο της εντολής του προς αυτούς και β) ότι για τα δεδομένα αυτά μπορεί να λάβει γνώση κάποιος είτε από δημόσια προσβάσιμη αρχή είτε από νόμιμο αρχείο τηρούμενο από δικαστικές ή άλλες αρχές του δημοσίου τομέα... προς ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος τρίτου ή υποστήριξή του ενώπιον δικαστικής αρχής" (βλ. στο εν λόγω έγγραφο). Αξιοσημείωτη εν προκειμένω είναι και η προσκομιζόμενη γνωμοδότηση του καθηγητού του Ποινικού Δικαίου Νικ. Ανδρουλάκη επί των ιδιαίτερων νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από το Ν 2472/1997 και ο οποίος επισημαίνει: "Η από μέρους ενός υποκειμένου που μετέχει ενεργά στην οικονομική ζωή, έκδοση ακάλυπτων επιταγών ή έκδοση σε βάρος του δικαστικών διαταγών πληρωμής αλλά και η μη πληρωμή συναλλαγματικών που αφήνονται έτσι να διαμαρτυρηθούν, δεν αποτελούν δεδομένα της ιδιωτικής ζωής, αλλά και εντελώς αντίθετα, [αποτελούν] στοιχεία της δημόσιας κοινωνικής παράστασης και δράσης του εν λόγω υποκειμένου, που έχουν ζωτικό ενδιαφέρον για εκείνους που συναλλάσσονται μαζί του". Αυτή ήταν κατά βάση και η θέση της υπ' αριθμ. 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995, σε συμμόρφωση προς την οποία εισήχθη ο Ν. 2472/1997, η οποία, παράλληλα προς την προστασία των ελευθεριών και δικαιωμάτων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου, θέτει ισότιμα ως σκοπό των συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων την "συμβολή στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών καθώς και την ευημερία του ατόμου". Αλλά και κατά κοινή πείρα και λογική, δεν μπορεί η συλλογή τέτοιων πληροφοριών να συνιστά άδικη πράξη, πολύ περισσότερο δε όταν η "συλλογή", αυτή συνιστά νόμιμη αντίκρουση έναντι των παριστώντων ψευδή ως αληθή, με σκοπό την παραπλάνηση των αντισυμβαλλομένων, οι οποίοι, όχι απλώς κινδυνεύουν, αλλά είναι βέβαιο ότι θα ζημιωθούν. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών