Υπαναχώρηση εργοδότη από την σύμβαση μίσθωσης έργου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1031/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις με την δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, η τελευταία καταργείται αναδρομικά, από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισής της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση που τους συνέδεε. Επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1031/2004

Απόσπασμα…….IV. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή αυτό διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, αφενός μεν, ότι η αναιρεσείουσα, που υπαναχώρησε από την αναφερόμενη στην ίδια απόφαση σύμβαση μίσθωσης έργου, μεταξύ αυτής (εργοδότριας) και του αναιρεσιβλήτου, από υπαιτιότητα του τελευταίου, δικαιούται το ποσό που είχε προκαταβάλει σε αυτόν ως αμοιβή, αφετέρου δε, ότι και ο αναιρεσίβλητος δικαιούται μέρος αμοιβής αντίστοιχο προς την αξία του έργου που είχε εκτελέσει μέχρι την υπαναχώρηση (μειωμένη, όπως αναφέρεται παρακάτω) και, έτσι, να δεχθεί ως βάσιμες κατ ουσίαν τόσο την αγωγή (εν όλω), όσο και την ανταγωγή (εν μέρει). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι παραδοχές (αιτιολογίες) αυτές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού, κατά τα και παρακάτω επίσης αναφερόμενα, μετά την υπαναχώρηση, και οι δύο διάδικοι (άρα και ο αναιρεσίβλητος) είχαν δικαίωμα ο καθένας σε επιστροφή της παροχής του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ανεξάρτητα από το ότι, όπως επίσης παρακάτω αναφέρεται, η ανταγωγή δεν περιέχει βάση από τις εν λόγω διατάξεις), και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτό, με τον παραπάνω λόγο, πλημμέλεια. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686 εδ. α 387 παρ. 2, 389 παρ.2 και 390 ΑΚ, προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από αυτές, με τη δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, η τελευταία καταργείται αναδρομικά (EX TUNC), από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισής της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση που τους συνέδεε, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1227/1995, ΑΠ 348/1994). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότρια υπαναχώρησε νόμιμα από τη σύμβαση μίσθωσης έργου, που τη συνέδεε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εργολάβο, και δέχθηκε την αγωγή αυτής κατά του τελευταίου, κατά την πρώτη και κύρια βάση της, από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για επιστροφή μέρους της συμφωνημένης αμοιβής αυτού, που του είχε προκαταβάλει, ταυτόχρονα, όμως, δέχθηκε, ως στηριζόμενη στις ίδιες διατάξεις, κατ εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ αυτής, για καταβολή μέρους της αμοιβής του, αντίστοιχου προς την αξία του έργου που αυτός είχε ήδη εκτελέσει, η οποία, όμως, ως μοναδική βάση, έχει την παραπάνω σύμβαση και τις σχετικές με αυτή διατάξεις (άρθρα 681, 683, 694 ΑΚ), δεν περιέχει δε και βάση από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, επί των οποίων και μόνο θα μπορούσε να θεμελιωθεί, ενόψει της αναδρομικής, με την υπαναχώρηση, κατάργησης (διάλυσης) της σύμβασης. Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε βάση της ανταγωγής μη περιεχόμενη στις προτάσεις του εναγομένου-αντενάγοντος, με τις οποίες αυτή ασκήθηκε, όπως προκύπτει από αυτές, υποπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 (βλ. ΑΠ 343/2004, ΑΠ 1185/1993, ΑΠ 50/1992). Επομένως, ο τρίτος, αληθώς από την παραπάνω διάταξη (και όχι από τις αναγραφόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του ίδιου άρθρου), λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. VI. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και κατά τις δύο βάσεις της (κύρια, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επικουρική, από την αδικοπραξία), τη δέχθηκε όμως κατ ουσίαν, όπως προαναφέρθηκε, μόνο κατά την κύρια βάση της, με την οποία ζητήθηκε μόνο η επιστροφή του μέρους της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, που του είχε προκαταβάλει η αναιρεσείουσα (2.800.000 δρχ.), όχι δε και το ποσό τόκων, από 248.750 δρχ., που η τελευταία ζήτησε ως αποζημίωση με την επικουρική βάση, στης οποίας την ουσιαστική έρευνα δεν εισήλθε αυτό. Έτσι, δεν υπέπεσε αυτό στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που μόνο πράγματι του αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης (παρά την αναγραφή στο αναιρετήριο και του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου), ότι δηλαδή άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής, για την καταβολή του τελευταίου αυτού ποσού, και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών