Σύναψη σύμβασης συμβιβασμού, φανερή, λανθάνουσα ασυμφωνία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1027/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση του συμβιβασμού συνάπτεται με συμφωνία των μερών για όλους τους όρους, που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας.

Αν δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας. 

Αν τα μέρη παρά την ασυμφωνία σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση,  ή με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν το επουσιώδες σημείο, θεωρείται ότι έχει συναφθεί η σύμβαση συμβιβασμού.

Η φανερή ασυμφωνία διακρίνεται της λανθάνουσας ασυμφωνίας. Λανθάνουσα ασυμφωνία  (παρανόηση) υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1027/2009

Απόσπασμα………Από τη διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η ΑΚ 871 χαρακτηρίζει ρητώς τον συμβιβασμό ως σύμβαση. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 189, 191 παρ. 2, 195 του ΑΚ, που ισχύουν γενικά επί συμβάσεων, για να συναφθεί η σύμβαση του συμβιβασμού απαιτείται να υπάρχει συμφωνία των μερών για όλους τους όρους που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας. Δηλαδή η πρόταση και η αποδοχή πρέπει να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους ακόμη και στα επουσιώδη. Αν δεν υπάρχει τέτοια πλήρης κάλυψη η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας" κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 195 του ΑΚ. Τούτο σημαίνει ότι η σύμβαση θεωρείται καταρτισθείσα προκύπτει ότι τα μέρη δεν εξάρτησαν τη σύναψή της από την επίτευξη συμφωνίας επί των σημείων τούτων. Τέτοια θέληση για σύναψη της σύμβασης θεωρείται συνήθως υφιστάμενη όταν και τα δύο μέρη εν γνώσει της ελλείπουσας συμφωνίας σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση ή όταν με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν και το επουσιώδες σημείο. Η φανερή ασυμφωνία, περί της οποίας το άνω άρθρο 195 ΑΚ, διακρίνεται της λανθάνουσας (παρανόησης), η οποία υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 196 ΑΚ, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών