Εικονικές δηλώσεις βούλησης για κατάρτιση σύμβασης δανείου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1620/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν το ποσό του δανείου για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων του δανειοδοτουμένου δεν καταβλήθηκε κατά την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης, ή σε άλλο χρόνο, ούτε αποτελεί άθροισμα ποσών επί μέρους δανειακών συμβάσεων, που είχαν καταρτιστεί μεταξύ  δανειοδότη και δανειολήπτριας, οι δηλώσεις βούλησης των διαδίκων για κατάρτιση σύμβασης δανείου, που διαλαμβάνονται σε αυτή δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και συνεπώς είναι άκυρες ως εικονικές.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1620/2008

Απόσπασμα……. Από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. η οποία ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, σαφώς προκύπτει ότι η ετεροβαρής σύμβαση του δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία (μεταβίβαση), εφόσον η διάταξη αυτή δεν διακρίνει, μπορεί να γίνει και εμμέσως από τον δανειστή προς τον οφειλέτη, δηλαδή μέσω τρίτου προσώπου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υφίσταται εντολή του δανειστή προς τον τρίτο να καταβάλει στον δανειολήπτη το αντικείμενο του δανείου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 138 του ΑΚ, η οποία, ορίζει στην πρώτη παράγραφό της ότι "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", προκύπτει ότι για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας αρκεί η ελαττωματικότητα της δηλωθείσης βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος ή των δηλωθεισών βουλήσεων των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, συνισταμένη στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνον για την έρευνα του κύρους ή μη της υποκρυπτόμενης, κατά την §2 του άρθρου 138 του ΑΚ. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1, 633 παρ. 1, 623, 624 παρ. 1, 626 παρ. 1 και 2, 628 και 629 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή εξετάζει την κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, βάσει της αιτήσεως προς έκδοσή της και δεν έχει την ευχέρεια μεταβολής της βάσης της αιτήσεως, γιατί ως προς αυτή δεν έχει τηρηθεί η κατ` άρθρο 112 Κ.Πολ.Δικ. προδικασία, χωρίς όμως και η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο περί του δικαιώματος, το οποίο ουδόλως διεγνώσθη (ΑΠ 1098/2006). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών