Σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Εμπορικός Αντιπρόσωπος. Αποκλειστικός διανομέας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    175/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), την, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται, είτε στη διαπραγμάτευση, είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως, ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.

Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ  σε συνδυασμό με αυτές του π.δ/τος 219/1991.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    175/2010

Απόσπασμα…….ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού - οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ.11 παρ 2) - εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (ΑΠ. 797/1975). Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη. Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 ΕισΝΑΚ 3, Α.Π. 139/2006 Α.Π. 812/1991και 887/1974), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας. Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος, καθώς και άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ. Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά. Ούτε βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει. Εντεύθεν έπεται ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της δικαιοπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4) "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8), κατά δε το άρθρο 9 του ιδίου διατάγματος 1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ.1 εδ. α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του πδ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π139/2006, Α.Π. 53/2007). Τέλος από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνης του άρθρου 298 παρ.1 του Α.Κ. που ορίζει ότι " Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος." συνάγεται ότι επί συμβάσεως αποκλειστικής εμπορικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας, αν αυτή (σύμβαση διανομής) είναι αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον αντισυμβαλλόμενο του διανομέως χωρίς να τηρηθεί η προαναφερόμενη κατά περίπτωση νόμιμη προθεσμία και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο, όχι, όμως και τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την κρίση του, για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής ως θετική ζημία, γιατί αυτές τις έλαβε υπόψη του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της και εντεύθεν δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά η Α.Κ 722 περί υποχρέωσης του εντολέα απόδοσης δαπανών στον εντολοδόχο και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσής του τήρησης της ορισμένης αυτής νόμιμης προθεσμίας. Αλλο βέβαια, είναι, το ζήτημα του δικαιώματος του διανομέως αποζημίωσής του για αναπόσβεστες επενδύσεις (δαπάνες και έξοδα) που έγιναν κατόπιν υποδείξεως του προμηθευτή, για την καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 Α.Κ., περί του οποίου δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών