Προσχηματική καταγγελία εργοδότη σύμβασης έργου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   110/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η δήλωση του εργοδότη δεν έχει τον χαρακτήρα υπαναχώρησης από την σύμβαση έργου, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα του παρείχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσει και συνεπώς δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 686 και 389 ΑΚ. Έχει τον χαρακτήρα και τις συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, και οφείλεται στον εργολήπτη η συμφωνημένη αμοιβή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   110/2007

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1992 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 30-9-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η…..πράξη και οι αποφάσεις ….προδικαστική……οριστική του ίδιου δικαστηρίου και….μη οριστική, …..οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Οκτωβρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο κρίνοντας α) επί της από 3/6/1991 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητήθηκε το υπόλοιπο εκ δραχμών 13.800.000 της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έργου από την εναγομένη, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, προ της περατώσεως του έργου και β) επί της από 30/9/1992 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία η αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρεία ζήτησε αποζημίωση, λόγω υπαναχωρήσεώς της από το έργο, ένεκα υπερημερίας της εργολάβου εταιρείας, περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, κατά τα άρθρα 686 εδ. τελευταίο, 383, 385 και 387 ΑΚ, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 25/5/1990 οι διάδικες εταιρείες προήλθαν σε έγγραφη μεταξύ τους συμφωνία, με βάση την οποία η εξ αυτών….ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει, με υλικά της αντισυμβαλλομένης της…..σε ένα παλαιό, παραδοσιακό κτίριο της τελευταίας, που βρίσκεται στην κοινότητα..., όλες τις αναγκαίες εργασίες ανακαίνισής του, προκειμένου αυτό να μετατραπεί σε ξενώνα και να τις αποπερατώσει εντός έξι μηνών, ήτοι μέχρι την 25 Νοεμβρίου 1990. Οι εργασίες αυτές προσδιορίσθηκαν στο συμφωνητικό κατά λέξιν, ως εξής: "1. Εκσκαφές θεμελίων παλαιού κτιρίου, μεταφορά χωμάτων εκσκαφής και ισοπέδωση εδάφους για τη δημιουργία στάθμης προς επίστρωση άοπλου σκυροδέματος. 2. Εργασίες οπλισμένου - άοπλου σκυροδέματος α) θεμέλια παλαιού κτιρίου, β) γκρο - μπετόν, γ) πλάκες ορόφων, δ) μανδύας, κολώνες, δοκοί, ε) κολώνες και περιμετρικοί δοκοί Β΄ ορόφου - προσθήκης. Στις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος δεν περιλαμβάνονται οι σκάλες από ισόγειο προς τους ορόφους, εν αντιθέσει προς τις σκάλες του υπογείου προς το ισόγειο, της προσθήκης (υπόγειο) προς την αυλή και της ετέρας σκάλας προσθήκης (αιθρίου) προς την αυλή. Μεταφορά εξωτερικών σκαλωσιών. Εργασίες γκρεμίσματος τμημάτων παλαιών λιθοδομών καθώς και όλου του Β΄ ορόφου (οροφή Α΄ ορόφου και άνω). Μεταφορά όλων των μπαζών έξω από την οικοδομή. Εργασίες κατασκευής λιθοδομών για την πλήρωση των όψεων του παλαιού κτίσματος καθώς και ξυλοδεσιών. Εργασίες κατασκευής πέτρινου και ξύλινου ερκερ στην κύρια, πλάγια και οπίσθια όψη του κτιρίου. Εργασίες κατασκευής μπατικών και δρομικών οπτοπλινθοδομών όπως: α) Ερκερ στη θέση του παραδοσιακού τσατμά, β) Μπατικές και δρομικές οπτοπλινθοδομές προσθήκης, γ) Εσωτερικές οπτοπλινθοδομές για τη διαμόρφωση δωματίων, λουτρών κλπ. παλαιού κτίσματος. Εργασίες κατασκευής σενάζ επί των μπατικών και δρομικών οπτοπλινθοδομών. Εργασίες εξωτερικών επιχρισμάτων παλαιού κτίσματος (έρκερ) καθώς και χρωματισμός αυτού. Εργασίες καθαρισμού παλαιών αρμών (προεργασία και αρμολόϊ) όχι όμως τον καθαρισμό της πέτρας από παλαιούς χρωματισμούς. Εργασίες κατασκευής αρμολόϊ όψεων παλαιού και νέου κτίσματος. Εργασίες κατασκευής στεγών παλαιού κτίσματος και προσθήκης όπως α) πέτρινη και ξύλινη γρυπίδα, β) ξυλοκατασκευή (τσάτι), γ) υγρομόνωση - θερμομόνωνη στεγών, δ) τελική επίστρωση με πλάκες Πηλίου καλυμμένες, ε) μαχές με κατασκευή πλεκτή, στ) κατασκευή καμινάδων στο επίπεδο της στέγης. Επίσης βάψιμο φουρουσιών και πέτσωμα αυτών." Η συνολική αμοιβή της εργοληπτρίας συμφωνήθηκε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών και θα καταβαλλόταν "τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο του εκτελουμένου έργου" ως εξής: 1.000.000 δρχ. θα πληρωνόταν προκαταβολικώς, 2.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση του ισογείου κατά την 30-6-19990, 3.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση του πρώτου ορόφου κατά την 15-8-1990, 3.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση του δευτέρου ορόφου κατά την 30-9-1990, 4.000.000 δρχ., για τη στέγη, 3.000.000 δρχ. για τις τοιχοποιίες με τούβλα του δευτέρου ορόφου, τις σκάλες του υπογείου και του αιθρίου, 3.000.000 δρχ. για τη στέγη και 1.000.000 δρχ. κατά τη παράδοση του έργου. Στο υπογραφέν συμφωνητικό προστέθηκε αργότερα τροποποίηση αυτού, που έχει ως εξής: "Στον πιο πάνω συμφωνηθέντα χρόνο περάτωσης του όλου έργου δίδεται παράταση ενός μηνός, ήτοι 30-12-1990. Οίκοθεν νοείται ότι η……θα εργάζεται καθημερινά ως συμφωνήθηκε πλην κακών καιρικών συνθηκών." Η εργολήπτρια εταιρεία άρχισε εμπροθέσμως την εκτέλεση του συμφωνημένου έργου και, κατά τη διάρκεια αυτής, η εργοδότρια της κατέβαλε συνολικώς 6.200.000 δρχ., έναντι του εργολαβικού της ανταλλάγματος. Όμως, τελικά, το έργο δεν ολοκληρώθηκε. Σαράντα ημέρες πριν από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, ήτοι την 20 Νοεμβρίου 1990, η εργοδότρια εταιρεία προκάλεσε μονομερώς τη λύση της ένδικης συμβατικής σχέσης, κοινοποιώντας στην εργολήπτρια έγγραφη δήλωσή της, την οποία επέγραφε "εξώδικη καταγγελία σύμβασης" και την οποία δικαιολογούσε ως οφειλόμενη στην ύπαρξη "ουσιωδών ελαττωμάτων" του μέρους του έργου που είχε μέχρι τότε εκτελεσθεί και στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση του υπολοίπου, που καθιστούσε "ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του". Κατέληγε δε η σχετική δήλωση, κατά λέξη, ως εξής: "Για όλους τους παραπάνω λόγους: 1. Καταγγέλλουμε την από 25.5.1990 μεταξύ μας σύμβαση έργου λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων αυτού και 2. Επιπρόσθετα δηλώνουμε ότι σε κάθε περίπτωση υπαναχωρούμε της συμβάσεως λόγω επιβραδύνσεως της εκτελέσεως του έργου που καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του από καθαρή υπερημερία Σας. 3. Σας καλούμε μέσα σε δύο ημέρες από την λήψη της παρούσας να εγκαταλείψετε τον χώρο του έργου και να παραλάβετε τα εργαλεία και τα προσωπικά σας είδη. 4. Σας δηλώνουμε ρητά και κατηγορηματικά ότι θα αξιώσουμε κάθε δαπάνη για την συμπλήρωση των ελλείψεων, την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και γενικά ελαττωμάτων, την δαπάνη από την επιβάρυνση του έργου λόγω καθυστερήσεως, την δαπάνη από την επιβάρύνσή μας λόγω δανειοδοτήσεως και μη επιδοτήσεως και αποζημίωση, λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως, πλήρη, σύμφωνα με το νόμο". Ακολούθως το Εφετείο αξιολογώντας την άνω δήλωση της εργοδότριας εταιρείας ως καταγγελία της συμβάσεως λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων και την αποδιδομένη με αυτήν αντισυμβατική συμπεριφορά στην εργολάβο εταιρεία, έκρινε ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση, επί των οποίων στηρίζεται η από 30.9.1992 αγωγή της και η υπεράσπισή της στην από 3.6.1991 αγωγή της αντιδίκου της, δεν είναι βάσιμοι, καθόσον ειδικότερα από τις αποδείξεις συνάγεται ότι δεν είναι αληθές ότι μέχρι την 20.11.1990 η εργολάβος εταιρεία είχε εκτελέσει το συμφωνημένο έργο μόνο κατά ποσοστό 30%, αλλ' αντιθέτως το αληθές είναι ότι είχε εκτελέσει τουλάχιστον το 70% του όλου έργου, ως τούτο προκύπτει από την από 30.7.1990 έκθεση των υπαλλήλων της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ...και ... και από την γνωμοδότηση του ορισθέντος από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος πραγματογνώμονος. Επίσης, το Εφετείο έκρινε ότι δεν είναι αληθές ότι η εργολάβος εταιρεία δεν είχε το απαιτούμενο ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό για την εκτέλεση του έργου και ότι δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει αυτό εμπρόθεσμα ούτε ότι το έργο που είχε εκτελεσθεί παρουσίαζε ελαττώματα, δεδομένου ότι η εργοδότρια, η οποία με τα όργανά της παρακολουθούσε τις εργασίας και σημαντικό ποσό της συμφωνημένης αμοιβής της εργολήπτριας είχε καταβάλει και στην παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου είχε συμφωνήσει. Ενόψει τούτων το Εφετείο δέχθηκε ότι η μοναδική αιτία για την εκ μέρους της εργοδότριας λύση της επίδικης σύμβασης, με τον προαναφερόμενο τρόπο, υπήρξε η επιδίωξη αυτής να αποφύγει την καταβολή του μεγαλυτέρου μέρους του συμφωνημένου εργολαβικού ανταλλάγματος στην εργολήπτρια και η μεθόδευση της αποπομπής της τελευταίας από το έργο, μετά την εκτέλεση του σημαντικότερου μέρους αυτού. Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της εργοδότριας οι προϋποθέσεις που θα της παρείχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από την ένδικη σύμβαση και επομένως, ανεξάρτητα από τη νομική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στην εξώδικη δήλωση, αύτη είχε χαρακτήρα και συνέπειες απλής καταγγελίας και η καταγγείλασα τη σύμβαση εργοδότρια οφείλει στην εργολήπτρια το μη καταβληθέν μέρος της εργολαβικής αμοιβής εκ 13.800.000 δρχ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γιατί ούτε κενό ή ασάφεια διαπίστωσε στην παραπάνω δήλωση της εργοδότριας εταιρείας, ώστε να πρέπει για την ερμηνεία αυτής να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ενόψει τούτων δεν παρεβίασε με τη μη εφαρμογή τους, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 686, 389 και 700 ΑΚ παρεβίασε, καθόσον εκτιμώντας τα εκ των αποδείξεων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπήγαγε στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, έκρινε ότι η άνω δήλωση της εργοδότριας εταιρείας δεν είχε τον χαρακτήρα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που θα της παρείχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσει, και συνεπώς δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 686 και 389 ΑΚ, αλλά είχε τον χαρακτήρα και τις συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, και εντεύθεν οφειλόταν στην εργολήπτρια η συμφωνημένη αμοιβή. Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι παρατεθέντες πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο η εργοδότρια οφείλει στην εργολήπτρια το μη καταβληθέν μέρος της εργολαβικής αμοιβής και δεν έχει κατ' αυτής καμία αξίωση αποζημιώσεως λόγω υπαναχωρήσεως. Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 237 ΚΠολΔ όπως αυτές ίσχυαν προ της αντικαταστάσεώς τους με τους ν. 3043/2002 και 2915/2001 αντιστοίχως, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν τις προτάσεις τους το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης, μαζί δε με αυτές πρέπει να καταθέσουν και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται, ενώ οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις έως τις δώδεκα το μεσημέρι της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, με την προσθήκη δε μπορούν να προταθούν νέοι ισχυρισμοί μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εντεύθεν συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να λάβει υπ΄ όψη έγγραφο που προσκομίστηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και του οποίου επίκληση γίνεται στην προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση, γιατί διαφορετικά υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη, κατά ρητή διαβεβαίωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, το αποδεικτικό υλικό, του οποίου επίκληση έγινε μόνο με την επί των προτάσεων προσθήκη, δεν υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια, ο δε τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών