Ακύρωση καταπλεονεκτικής σύμβασης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την ακύρωση σύμβασης, ως καταπλεονεκτικής, κατ' επίκληση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του, ο συμβαλλόμενος  πρέπει, εκτός των άλλων, να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή,  αφ ενός μεν τις αξίες των εκατέρωθεν παροχών, αφ ετέρου δε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζε την κατάσταση της απειρίας του, ή της ανάγκης ή της κουφότητας του, την οποία και εκμεταλλεύτηκε και έτσι πέτυχε τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας παροχή φανερά δυσανάλογη με την αντιπαροχή του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

Με την από 5.6.2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητος εταιρία……με έδρα την Αθήνα, εξέθετε ότι διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας διαφόρων ειδών διακοσμητικών ειδών εσωτερικού χώρου, χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών και γενικώς ειδών οικιακού εξοπλισμού, τα διαθέτει δε στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά με τη μορφή της χονδρικής ή λιανικής πώλησης, χρησιμοποιώντας τον επιχειρηματικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...». Ότι με το από 17.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισε στην Αθήνα, με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία εδρεύουσα στα Χανιά Κρήτης, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, η δε τέταρτη τούτων είναι και νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης, σύμβαση δυνάμει της οποίας παραχώρησε σε αυτήν (την πρώτη εναγομένη) για επτά (7) χρόνια το δικαίωμα να διαθέτει αποκλειστικά από το κατάστημα της τα προϊόντα της (της ενάγουσας) και να κάνει χρήση του επιχειρηματικού (διακριτικού) τίτλου της και του εμπορικού της σήματος «...», για λιανική πώληση στην περιοχή του νομού Χανίων, σύμφωνα με τους στο άνω συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. Ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της από την άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η πρώτη εναγομένη παραβίασε κατ' επανάληψη τις από την ίδια σύμβαση υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί η ενάγουσα να καταγγείλει την άνω σύμβαση, με την από 11.12.2001 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 19.12.2001. Ότι, στο πλαίσιο της άνω σύμβασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης άτυπα η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα άγονταν ως χρεώσεις η αξία των τιμολογίων που η ενάγουσα θα εξέδιδε στο όνομα της πρώτης εναγομένης για τα εμπορεύματα που θα προμήθευε αυτήν και ως πιστώσεις οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών στις οποίες η τελευταία θα προέβαινε με σκοπό να εξοφλείται με την παραβολή των κονδυλίων πιστοχρέωσης το κατάλοιπο. Ότι με την παραπάνω καταγγελία της από 17.3.2000 σύμβασης, κατήγγειλε και τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που έκλεισε οριστικά. Ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 13.6.2000 και 19.2.2001 ο ως άνω αλληλόχρεος λογαριασμός, που τηρήθηκε με αριθμό 34818, παρουσίασε την λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενη κίνηση. Ότι κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 19.12.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 2.595.528 δραχμών, ήτοι 7.617,10 ευρώ, το οποίο η εναγομένη δεν εξόφλησε, παρά τις σχετικές οχλήσεις. Ότι, άλλως, το ποσόν αυτό αντιστοιχεί σε υπόλοιπο τιμήματος των λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενων πωληθέντων και παραδοθέντων στην πρώτη εναγόμενη εμπορευμάτων, το οποίο αυτή δεν εξόφλησε και εξακολουθεί να οφείλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις. Ότι η μη εξόφληση του άνω ποσού, το οποίο αφορά σε εκπλήρωση εμπορικής αιτίας, δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία των εναγομένων, αλλά σε δυστροπία τους. Με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, να της καταβάλουν το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από το κλείσιμο του άνω λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζήτησε, επίσης, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά των δευτέρου, τρίτης και τετάρτης των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς, της εμπορικής ιδιότητας τούτων και των λοιπών συνθηκών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία, αφού έκρινε ως νόμιμη και ορισμένη την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη εκτός από το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι διάδικοι με τις κρινόμενες εφέσεις τους και για τους σε αυτές λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου κατά τους εναγομένους να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της, κατά δε την ενάγουσα να γίνει δεκτή αυτή και κατά το αίτημα της προσωπικής κράτησης…… Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης ότι οι ίδιοι ως άνω όροι είναι άκυροι, ως κατά πλεονεκτικοί, αντιτιθέμενοι στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που ζητεί την ακύρωση κάποιας σύμβασης ως καταπλεονεκτικής, κατ' επίκληση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του, θα πρέπει εκτός των άλλων να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή αφενός μεν τις αξίες των εκατέρωθεν παροχών, αφετέρου δε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζε την κατάσταση της απειρίας του ή της ανάγκης ή της κουφότητας του, την οποία και εκμεταλλεύτηκε, και έτσι πέτυχε τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας παροχή φανερά δυσανάλογη με την αντιπαροχή του, περιστατικά στα οποία ουδόλως αναφέρονται στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι (ΕφΠατρ 150/200, όπ. αν.). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και με τις αυτές αιτιολογίες απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα ως άνω υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών