Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (FACTORING) με προμηθευτή υλικού σε νπδδ.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   699/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τον χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής δεν αρκεί ότι αυτή συνήφθη από το Δημόσιο, ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους απ' αυτά σκοπούς, αλλά πρέπει να περιέχει και ρήτρες αποκλίνουσες του κοινού δικαίου, που προσδίδουν έτσι υπερέχουσα θέση στο κράτος ή το οικείο ν.π.δ.δ. Κατηγορία διοικητικών συμβάσεων αποτελούν και οι συμβάσεις, που διέπονται από τις περί προμηθειών διατάξεις του Π.Δ. 173/1990.

Οι διοικητικές συμβάσεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Σε σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) με επιχείρηση που, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, αναδείχθηκε προμηθευτής υλικού σε νπδδ, η εκχώρηση στον πράκτορα από τον ανάδοχο προμηθευτή των απαιτήσεών του από τις πωλήσεις νοσοκομειακού υλικού με πίστωση του τιμήματος και αναγγελία της εκχώρησης υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   699/2004

Απόσπασμα……..ΙΙ. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2 και 4 εδ. α΄ του ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, την έλλειψη δε της δικαιοδοσίας τους ερευνούν και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης και ενώπιον του Εφετείου (Εφ.Αθ. 9477/1992, Δ. 1993 714), κατά προτεραιότητα μάλιστα όλων των άλλων διαδικαστικών προϋποθέσεων, έστω και αν η αντίστοιχη ένσταση (ελλείψεως δικαιοδοσίας) δεν είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως, ώστε όχι μόνον να μη παραμερίζονται με συμφωνία των ενδιαφερομένων (πρβλ. όμως 867 ΚΠολΔ) αλλά και η παραβίασή τους να θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως (άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ), έστω και αν η αντίστοιχη ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας δεν είχε προταθεί ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας (ΑΠ 83/1978 ΝοΒ 1978 1355). Η έλλειψη δικαιοδοσίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής (άρθρο 4 εδαφ. τελευτ. του ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, όπως και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που ανατίθενται σ' αυτά με νόμο. Κατά την έννοια της ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, μεταξύ των διοικητικών διαφορών ουσίας, η εκδίκαση των οποίων ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, είναι και οι αναφερόμενες εκ των διοικητικών συμβάσεων. Την υπαγωγή των διαφορών αυτών στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων προέβλεπε ήδη ρητώς η παρ. 2 περ. 1 του άρθρου 1 του ν.1406/1983, σε συνδυασμό προς το άρθρο 7 αυτού. Περαιτέρω, για το χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής δεν αρκεί ότι αυτή συνήφθη από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους απ' αυτά σκοπούς, αλλά πρέπει να περιέχει και ρήτρες αποκλίνουσες του κοινού δικαίου, που προσδίδουν έτσι υπερέχουσα θέση στο κράτος ή το οικείο ν.π.δ.δ. (βλ. ΑΕΔ 110/1992). Έτσι, κατηγορία διοικητικών συμβάσεων αποτελούν και οι συμβάσεις εκείνες που διέπονται εκ των περί προμηθειών διατάξεων του Π.Δ. 173/1990 (ΦΕΚ Α 62). Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς, που αποκλίνει του κοινού δικαίου και προσδίδει στο συμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου και επιτρέπει σε αυτό και την μονομερή ακόμα επέμβαση στο συμβατικό δεσμό, ιδίως με τη δυνατότητα μονομερούς κηρύξεως εκπτώτου του προμηθευτή, καταπτώσεως της κατατεθείσας εγγυήσεως, επιβολής κυρώσεων, προμήθεια του υλικού σε βάρος του εκπτώτου, καταλογισμούς κλπ (βλ. ιδίως άρθρο 34 του Π.Δ.).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών