Σύμβαση εγγύησης, εγγυητής, ευεργέτημα ελευθέρωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1568/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόλο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Το ευεργέτημα ελευθερώσεως δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα δίζησης.

Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος ελευθερώσεως, όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο, ή βαριά αμέλεια του τελευταίου.

Ο ορισμός της βαριάς αμέλειας εναπόκειται στον δικαστή. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1568/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και ……του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 19-12-208 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόλο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρώτοφειλέτη. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή εκ του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος δίζησης. Εξάλλου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ένστασης ελευθερώσεως), όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, καθ' όσον σύμφωνα με το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ είναι άκυρη κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν περιελήφθη ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε υπ' αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικώς. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με τον λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος - εγγυητή της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, τον αφορώντα την ελευθέρωσή του κατ' άρθρο 862 ΑΚ, ερεύνησε την ύπαρξη ή μη βαριάς και όχι ελαφράς αμέλειας στη συμπεριφορά της δανείστριας (αναιρεσίβλητης), διότι είχε προβληθεί ισχυρισμός της τελευταίας, περί παραιτήσεως του ανακόπτοντος από την ένσταση ελευθερώσεως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της, τον ισχυρισμό δε αυτόν επανέφερε παραδεκτώς και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το εφετήριο ως εκκαλούσα. Επιπλέον και ο αναιρεσείων στηρίζει την ελευθέρωσή του από την εκ της εγγυήσεως υποχρέωσή του στη βαριά αμέλεια των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, ενόψει της παραιτήσεώς του από την ένσταση ελευθερώσεως, ως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής του (5η σελίδα). Άλλωστε, η διαπίστωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή "την τήρηση των όρων της άνω σύμβασης και την εξόφληση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με την από 15/6/95 πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, ο ανακόπτων, ήδη εφεσίβλητος, παραιτηθείς από την ένσταση διζήσεως και τα υπόλοιπα δικαιώματα των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα", σημαίνει κατ'εκτίμηση παραδοχή του Εφετείου παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το προβλεπόμενο στο άρθρο 862 ΑΚ ευεργέτημα. Επομένως το Εφετείο με την παράλειψή του να ερευνήσει την ύπαρξη ελαφράς αμέλειας στους εκπροσώπους της δανείστριας - αναιρεσίβλητης, δεν παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ….και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία….καταρτίσθηκε η...σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι του ποσού των 240.000.000 δραχμών, με βάση δε αυτή ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ.... λογαριασμός. Την τήρηση των όρων της άνω σύμβασης και την εξόφληση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με την από 15/6/1995 πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, ο ανακόπτων ήδη εφεσίβλητος, παραιτηθείς από την ένσταση διζήσεως και τα υπόλοιπα δικαιώματα των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα. Στις 8/9/1997 η καθ' ης, ασκώντας συμβατικό της δικαίωμα, έκλεισε οριστικά τον παραπάνω λογαριασμό, με τελικό υπέρ αυτής κατάλοιπο 89.035.206 δραχμών, το οποίο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεων, μετά δε γενόμενες χρεωπιστώσεις στις 22/10/1998 είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 56.970.879 δραχμών. Στη συνέχεια, με την από 30/11/1998 αίτηση της, η καθ' ης πέτυχε την έκδοση της επίμαχης…..διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της άνω πρωτοφειλέτριας και του ανακόπτοντος, με την οποία ο τελευταίος, ως εγγυητής, διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ανωτέρω ποσό, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων. Τη διαταγή πληρωμής η ανωτέρω επέδωσε στις 29/1/1999 και στον ανακόπτοντα, οπότε αυτός άσκησε την ένδικη ανακοπή του. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 15/11/1996, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, η πρωτοφειλέτρια εταιρία……συνήψε με την καθ' ης σύμβαση ενεχύρου για την εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας από τη σύμβαση πίστωσης, με την οποία της εκχώρησε κατά τα άρθ. 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ/τος 17-7/13.8.1923 ("περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών"), τις απαιτήσεις της κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Γενικού Νοσοκομείου…..από τον υπ' αριθμ. πρωτ . ....τέταρτο λογαριασμό (πιστοποίηση) του έργου "επέκταση Γενικού Νοσοκομείου....- Οικοδομικές εργασίες και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις", καθώς και τις απαιτήσεις της λόγω αποζημίωσης, οι οποίες βεβαιώθηκαν με τις υπ' αριθ. 267/1995, 268/1995 και 269/1995 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Οι απαιτήσεις αυτές, κατά τον χρόνο της εκχώρησης, ήταν ελεύθερες από βάρη, διεκδικήσεις και κατασχέσεις, δεν ήταν όμως εκκαθαρισμένες. Στη συνέχεια η καθ' ης, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1996, είχε προβεί σε αναγγελία της εν λόγω σύμβασης ενεχύρου - εκχώρησης, επιδίδοντας αυτήν στις οριζόμενες στα άρθρα 53 του ν.δ/τος 496/1974 και 95 του ν. 2362/1995 αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων στις 19/12/1996 και στο Γενικό Νοσοκομείο…. ενώ για την ολοκλήρωση αυτής (αναγγελίας), την ίδια ημέρα, επέδωσε αυτήν και στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα ΑΕ, που ήταν διαχειρίστρια του τακτικού προϋπολογισμού του Νοσοκομείου. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι, πριν την ολοκλήρωση της αναγγελίας με τον παραπάνω τρόπο, η με έδρα τη Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία….έχοντας απαίτηση κατά της πρωτοφειλέτριας …..προερχόμενη από δυο από 31/1.2/1996 μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της τελευταίας, ποσών 24.140.000 και 6.852.000 δραχμών αντίστοιχα, πέτυχε την έκδοση των 30364 και 30365/1996 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και βάσει αυτών, στις 25/11/1996, προέβη σε κατάσχεση της εκχωρηθείσας απαίτησης, στα χέρια του παραπάνω Νοσοκομείου, μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών. Την ύπαρξη της εν λόγω απαίτησης της άνω τρίτης δανείστριας της πρωτοφειλέτριας, η καθής γνώριζε ήδη από τις 15/11/1996, αφού εκείνη την είχε ενημερώσει προς τούτο εγγράφως κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης ενεχύρου. Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 1997 δεν είχε οριστικοποιηθεί η εκχωρηθείσα απαίτηση, που μετά από εκκαθάριση της ανήλθε στο ποσό των 137.205.126 δραχμών. Για τον λόγο αυτόν η πρωτοφειλέτρια, με το από 9/9/1997 έγγραφο προς την καθ' ης, ζήτησε να παραταθεί η προθεσμία αποπληρωμής της οφειλής της από τη σύμβαση μέχρι τις 15/10/1997, προκειμένου να προηγηθεί η πληρωμή της από το Υπουργείο. Τελικά, στις αρχές του 1998, το Γενικό Νοσοκομείο…..εξέδωσε το 233/1998 χρηματικό ένταλμα ποσού 137.205.126 δραχμών υπέρ της καθ' ης ως εκδοχέα της απαίτησης αυτής της πρωτοφειλέτριας, το οποίο όμως δεν θεωρήθηκε από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου……Ο τελευταίος, διατηρώντας αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της διαδικασίας της εκχώρησης της άνω απαίτησης, με την από 18/3/1998 έκθεση αμφιβολιών, ζήτησε τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, με τα από 12/5/1998 πρακτικά διάσκεψης, αποφάνθηκε υπέρ της μη θεώρησης του ελεγχόμενου εντάλματος, την έκδοση του οποίου έκρινε παράνομη, επειδή δεν υφίστατο έγκυρη, κατά το άρθρο 53 του ν.δ/τος 496/1974, εκχώρηση της απαίτησης. Γι' αυτήν απαιτείτο αναγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης και όχι στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, στην οποία, όπως αναφέρθηκε, την είχε επιδώσει η πρωτοφειλέτρια. Μετά την έκδοση της άνω απόφασης, την οποία η καθ' ής πληροφορήθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1998, προέβη εγκύρως πλέον στις 29-7-98 σε επίδοση της ένδικης σύμβασης εκχώρησης στην Τράπεζα της Ελλάδος στην Αθήνα, ενώ στις 30/7/1998 επέδωσε αυτή και στο Πρακτορείο της Τράπεζας Ελλάδος στην…..αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτησης. Παράλληλα, η δανείστρια της πρωτοφειλέτριας……η προαναφερόμενη απαίτηση της οποίας από το 1996 παρέμενε ανεξόφλητη, στις 27/7/1998 προέβη σε νέα έγκυρη κατάσχεση της εκχωρηθείσας απαίτησης, στα χέρια του ανωτέρω Νοσοκομείου μέχρι το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια επέδωσε το κατασχετήριο στο Πρακτορείο της Τράπεζας Ελλάδος στην …..αφού η κατάσχεση που είχε επιβληθεί στις 25/11/1996 ήταν άκυρη, λόγω μη επίδοσης αυτού (κατασχετηρίου) στην άνω αρμόδια Τράπεζα. Η ολοκλήρωση όμως των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ/τος 496/1974 κοινοποιήσεων του κατασχετηρίου της…..μια μόνον ημέρα πριν της χρονικά τελευταίας (30/7/1998) των αναγγελιών της εκχώρησης της (ήδη κατασχεθείσας) απαίτησης, είχε ως επακόλουθο να εκδοθεί το 14440/2000 χρηματικό ένταλμα του Νοσοκομείου για την πληρωμή στην παραπάνω εταιρία ποσού 40.000.000 δραχμών, που θεωρήθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 13/2/2001. Έτσι όμως κατέστη αδύνατη η πλήρης ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης κατά της πιστούχου, αφού τελικά η ανωτέρω εισέπραξε μόνο 67.349,196 δραχμές που πιστώθηκαν στο λογαριασμό της πιστούχου. Ακολούθως, τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, κατά τον οποίο από βαριά αμέλεια των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατέστη αδύνατη η πλήρης ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια, αφού, αν και εγνώριζε ότι αρμόδια για την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης ήταν η Τράπεζα της Ελλάδος, επέδωσε άκυρα την σύμβαση εκχώρησης στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα με συνέπεια α) αυξηθούν οι υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας, καθόσον σε περίπτωση έγκυρης αναγγελίας η καθής θα εισέπραττε το σύνολο της απαίτησης και ο λογαριασμός της ανωτέρω θα ήταν πιστωτικός και όχι χρεωστικός και β) η πρωτοφειλέτρια να καταστεί αναξιόχρεη, το Εφετείο τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κρίναν ότι η συμπεριφορά των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά βαριά αμέλεια, αφού α) δεν αποδείχθηκε γνώση αυτών ότι για την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης ήταν αρμόδια η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ εξάλλου η αναιρεσίβλητη είχε συμφέρον να εισπράξει την απαίτηση, η οποία πάντως δεν ήταν άμεσα εισπρακτέα, ως μη εκκαθαρισμένη, ώστε να πιστωθεί στο λογαριασμό της πιστούχου, αλλά η αποπληρωμή της από το ανωτέρω νοσοκομείο θα γινόταν από τον ισολογισμό του 1998, χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε και το σχετικό ένταλμα πληρωμής, β) μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 12-5-1998, η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν απειλήθηκε από τρίτους δανειστές της πρωτοφειλέτριας, ούτε θίχθηκε από την κατάσχεση που επιβλήθηκε από την τρίτη δανείστρια της πρωτοφειλέτριας…..αφού αυτή ήταν άκυρη και γ) η μη έγκυρη αναγγελία της εκχώρησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία είχε ως συνέπεια να προηγηθεί στις 27-7-98 κατάσχεση της εκχωρηθείσης απαίτησης μέχρι του ποσού των 40.000.000 δρχ. από την……για την ίδια ως άνω απαίτησή της από τις δύο επιταγές και να εισπράξει η καθ' ης μόνον 67.349.190 δρχ., δεν οφείλετο σε αμελή συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης - δανείστριας, καθ' όσον αυτά δεν γνώριζαν ότι κατά το ένδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου 1998 η ως άνω απαίτηση παρέμεινε μέχρι τότε ανεξόφλητη, ώστε να μπορούσαν και να όφειλαν να προβλέψουν το επελθόν αποτέλεσμα. Τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καταφάσκουν τη συνδρομή βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας και ως εκ τούτου αποκλείεται η κατά το άρθρο 862 ΑΚ ελευθέρωση του αναιρεσείοντος (εγγυητή), μετά την παραίτησή του εκ των προτέρων από το εκ του εν λόγω άρθρου ευεργέτημα. Με την εκτεθείσα, άρα, κρίση του, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ενώ εξάλλου και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές, αφενός μεν "η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης της τρίτης δανείστριας της πρωτοφειλέτριας ήδη από την 15-11-96 αφού η τελευταία την είχε ενημερώσει σχετικά εγγράφως κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης ενεχύρου", αφετέρου δε ότι και περαιτέρω "ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η καθ' ής γνώριζε για την ύπαρξη της παραπάνω απαίτησης στις 15-11-96, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι και το επίδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου 1998 τα αρμόδια όργανά της (εκπρόσωποι αυτής) γνώριζαν ότι η άνω απαίτηση μέχρι και τότε παρέμεινε ανεξόφλητη, ώστε να μπορούσε και να όφειλε να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα", αφού, κατά τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης από 15-11-96, πλην όμως δεν γνώριζαν τα αρμόδια όργανά της ότι αυτή ήταν ανεξόφλητη κατά το επίδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου, ώστε να ενεργήσου αναλόγως για την είσπραξή της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή βασίμου λόγου εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα, αν δε κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρα 632 - 633 ΚΠολΔ), η οποία περιέχει περισσότερους λόγους για την ακύρωση αυτής, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σωρεύσεως πολλών βάσεων κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Συνεπώς, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου και, κατά παραδοχή αυτού, ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, το δε εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή αυτού του λόγου κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι έφεσης και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, τότε αυτό (εφετείο) οφείλει να ερευνήσει τους άλλους λόγους της ανακοπής, που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Εξάλλου, ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής. Εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ του δικογράφου της ανακοπής, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την ακύρωση της με αριθ. 1567/1999 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε σε βάρος του και με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 56.510.879 δραχμών, βάσει του αναφερόμενου σ' αυτή ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που λειτούργησε μεταξύ της τελευταίας και της πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία……. και την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε αυτός. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3528/02 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως μη νόμιμος ο δεύτερος λόγος αυτής και ως ουσία αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι, έγινε δεκτός ο έκτος λόγος, ενώ τάχθηκαν αποδείξεις και με μάρτυρες σε βάρος του ανακόπτοντος, ως προς τους τέταρτο και πέμπτο λόγους, περί ελευθερώσεως του ανακόπτοντος εγγυητή (άρθρο 862 ΑΚ) και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης, οι οποίοι κρίθηκαν νόμιμοι. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η 1282/2006 απόφαση (εκκαλουμένη), με την οποία έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο 4ος λόγος και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, ενώ δεν ερευνήθηκε στην ουσία ο 5ος λόγος. Κατά της άνω οριστικής απόφασης ασκήθηκε έφεση από την καθ' ης η ανακοπή. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίναν εσφαλμένη την αποδοχή του 4ου λόγου ανακοπής, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε τον 4ο λόγο ανακοπής, στην συνέχεια δε ερεύνησε και τον 5ο λόγο ανακοπής, ο οποίος δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως κατ' ουσίαν και τον οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη προταθέντος λόγου εφέσεως και άρα ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 8 (και όχι του αριθμού 9) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών