Προσβολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, προθεσμία άσκησης ανακοπών (άρθρο 934 ΚΠολΔ).

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 17/2005
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την πρόοδο της διαδικασίας, αφενός μεν καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου δε το ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων.

Οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών (άρθρο 934 ΚΠολΔ) καθορίζονται κατά στάδια.

Πρώτο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που στρέφονται κατά των πράξεων της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή κατά του κύρους του εκτελεστού τίτλου.

Δεύτερο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που ανάγονται στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, που ενεργήθησαν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και εφεξής ή στην απαίτηση.

Τρίτο στάδιο αφορά το κύρος της τελευταίας πράξης εκτέλεσης.

Αν πρόκειται για εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Αφετήριο χρονικό σημείο για την 15νθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής στο πρώτο στάδιο προβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας για την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, ή των πράξεων της προδικασίας, είναι η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου ή περίληψης αυτής στον καθού η εκτέλεση.

Το δεύτερο στάδιο προσβολής αρχίζει από την πρώτη πράξη εκτέλεσης και λήγει την προηγούμενη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Στην προθεσμία αυτή υπόκεινται οποιαδήποτε ελαττώματα της απαίτησης, παρακωλυτικό, ή καταλυτικό της γένεσης γεγονός (προθεσμία, παραγραφή, εξόφληση, αναβολή κ.λ.π) και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού ή κατακύρωσης προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης με κατάσχεση κινητού ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Κατά το τρίτο στάδιο η ανακοπή, που αναφέρεται στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, υπόκειται σε προθεσμία έξι μηνών από την ενέργεια της πράξης αυτής και αν η ανακοπή αφορά την τελευταία πράξη εκτέλεσης, που επισπεύδεται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με πλειστηριασμό ακινήτου, η προθεσμία άσκησής της είναι 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 17/2005

Απόσπασμα…..…Η καθιερούμενη από το άρθρο 934 Κ.Πολ.Δ. αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της διαδικασίας της εκτέλεσης ως συνέπεια έχει και τη σταδιακή ισχυροποίηση της εκτέλεσης και συνεπώς με την πρόοδο της διαδικασίας, αφενός μεν καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου δε το ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων. Δεν είναι δηλαδή δυνατή η σε μεταγενέστερο στάδιο προβολή λόγων ακύρωσης, οι οποίοι μπορούσαν να προβληθούν σε προγενέστερο στάδιο. Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της ανακοπής, το οποίο περιλαμβάνει την ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων της εκτέλεσης και τα αναφερόμενα στην ανακοπή ελαττώματα ή αταξίες που πρέπει να αναφέρονται και να θίγουν το κύρος της προσβαλλόμενης με το αίτημα της ανακοπής πράξης. Ενόψει αυτών η ρύθμιση του άρθρου 934 καθιστά αναγκαίο το σαφή νομικό χαρακτηρισμό των λόγων ανακοπής, οι οποίοι αφορούν το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου, την προδικασία, τις λοιπές πράξεις εκτέλεσης και την απαίτηση, για να καθορισθεί ακολούθως η προθεσμία, στην οποία εντάσσεται ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 καθορίζονται κατά στάδια και έχουν ως εξής: Το πρώτο στάδιο (934 παρ. 1α) αφορά τους λόγους της ανακοπής που στρέφονται κατά των πράξεων της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης ή κατά του κύρους του εκτελεστού τίτλου. Το δεύτερο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που ανάγονται στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας που ενεργήθησαν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και εφεξής ή στην απαίτηση. Το τρίτο (τελευταίο) στάδιο αφορά το κύρος της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Εξ` άλλου σύμφωνα με την πράξη 2 του άρθρου 934, αν πρόκειται για εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Ενόψει της διάταξης αυτής ως αφετήριο χρονικό σημείο για την 15νθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής στο πρώτο στάδιο προβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας για την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου ή των πράξεων της προδικασίας, είναι η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου ή περίληψης αυτής στον καθού η εκτέλεση. Καθόσον αφορά το δεύτερο στάδιο προσβολής (934 παρ. 1 εδ. β`), αρχίζει από την πρώτη πράξη εκτελέσεως της παραγρ. 2 που προεκτέθηκε και λήγει την προηγούμενη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Στην προθεσμία αυτή υπόκεινται οποιαδήποτε ελαττώματα της απαίτησης παρακωλυτικό ή καταλυτικό της γένεσης γεγονός (προθεσμία, παραγραφή, εξόφληση, αναβολή κ.λ.π) και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού ή κατακύρωσης προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης με κατάσχεση κινητού ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. (Β. Βαθρακοκοίλη, Κωδ. Πολιτ. Δικονομίας, τομ. Ε σελ. 426-427). Και κατά το τρίτο στάδιο (934 παρ. 1 εδ. γ`) η ανακοπή που αναφέρεται στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης υπόκειται σε προθεσμία έξι μηνών από την ενέργεια της πράξης αυτής και αν η ανακοπή αφορά την τελευταία πράξη εκτέλεσης, που επισπεύδεται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με πλειστηριασμό ακινήτου, η προθεσμία άσκησής της είναι 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 2100/1986 ΕΕΝ 1988.766).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών