Επίδοση διαδικαστικών εγγράφων αναγκαστικής εκτέλεσης, μεταβολή κατοικίας οφειλέτη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   3/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επίδοση περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη γίνεται  εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης.  

Η ακυρότητα μίας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού, υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης.

Αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, παρά την ανυπαρξία τελείως όλων, ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης. Η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτέλεσης και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης επί πλειστηριασμού ακινήτων.

Η επίδοση διαδικαστικών εγγράφων της εκτέλεσης, όπως είναι η κατασχετήρια έκθεση, γίνεται στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του καθ ου οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, εκτός αν ο καθ ου οφειλέτης είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του και παρά ταύτα αυτός επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του.

Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία, ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση την είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   3/2007

Απόσπασμα…….Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρ. 934 § ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 120 ΚΠολΔ, η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αναγκαστική εκτέλεση και συνεπώς η κατά τη διαδικασία αυτή επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι και η κατασχετήρια έκθεση, σε γνωστή κατοικία του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας είναι έγκυρη, εκτός αν ο τελευταίος (καθού) είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του (άρθρ. 119 παρ. 3 ΚΠολΔ) και παρά ταύτα εκείνος επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του. Εκ τούτου έπεται, ότι ο καθού η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση την είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της ένδικης ανακοπής του προέβαλε, ότι ο διενεργηθείς σε βάρος του αναγκαστικός πλειστηριασμός του αναφερομένου ακινήτου με την επίσπευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατακυρώθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι άκυρος. Διότι η 1453/24.4.1996 περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , βάσει της οποίας έγινε ο πλειστηριασμός, επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην .... ενώ κατά το χρόνο της επίδοσης η διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας ήταν στον Πειραιά, επί της .... . Έτσι δεν έλαβε γνώση του πλειστηριασμού και επήλθε σ'αυτόν βλάβη. Ο αναιρεσείων όμως δεν επικαλείται ότι ο επισπεύδων γνώριζε τη νέα διεύθυνση της κατοικίας, ή ότι ο ίδιος είχε προηγουμένως γνωστοποίησει σ'αυτόν τη μεταβολή της. Συνεπώς η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στην .... , στην οποία έγιναν όλες οι προηγούμενες επιδόσεις των διαδικαστικών εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν ήταν άκυρη και ο ως άνω λόγος της ανακοπής, προβαλλόμενος μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτος. Το Εφετείο έκρινε, ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ και απέρριψε αυτή ως εκπρόθεσμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή, έστω και με άλλη αιτιολογία, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών