Διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επίσπευση και ματαίωση πλειστηριασμού, προϋποθέσεις για το κύρος της μεταγραφής της περίληψης της έκθεσης κατακύρωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1687/2005 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του και μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας.

Η ανακοπή που αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Η διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ' αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική.

Χωρεί διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης.

Η ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο.

Η εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο.

Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν γίνει κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται με εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισης της εκτέλεσης, ή με την πράξη κατάθεσής της.

Οταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού, που θα διενεργηθεί.

Ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης. Η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών.

Από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, στη σύνταξη της οποίας υποχρεούται να προβεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προκύπτει η ταυτότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου για το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως περί κατακυρώσεως.

Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση, περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.

Αν παρά το γεγονός ότι με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά δεν πλειστηριάστηκαν χωριστά, αλλά ενιαίως και μάλιστα ως ενιαίο ακίνητο και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, συνεπάγεται ακυρότητα, εφ όσον, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1687/2005 

Απόσπασμα…….ΙII.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ.4 εδ.α' και β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.7 του ν.2298/1995, ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ'ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς και να επιβάλει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας, πέρα από αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 960. Η ανακοπή αυτή έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διατάξεως αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της εκθέσεως. Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 ΚΠολΔ). Η προαναφερόμενη διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ' αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική. Χωρεί, μάλιστα, διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αφού ο νόμος αποβλέπει στη διόρθωση της διαδικαστικής πράξης, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχική ή η μεταγενέστερη (ΑΠ 1497/2003). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2 και 4 και 993 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει την προαναφερόμενη ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο (ΑΠ 314/2000). Τέλος, κατά τα άρθρα 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 παρ.1, 585 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εξεταζόμενου και αυτεπαγγέλτως, πλην των γενικών στοιχείων των δικογράφων (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) και τους λόγους, δηλαδή τις αντιρρήσεις, άλλως ελαττώματα της απαιτήσεως ή ακυρότητας του τίτλου ή των πράξεων εκτελέσεως, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα αυτού (δικογράφου) λόγω αοριστίας. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και συνεπώς δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων αυτής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1025/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 5-10-2001 ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι τόσο η περιγραφή όσο και η εκτίμηση των εικοσιένα (21) αγροτικών ακινήτων τους που κατασχέθηκαν με τις προσβαλλόμενες εκθέσεις κατασχέσεως, είναι ατελής και εσφαλμένη. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, στις εκθέσεις αυτές και στις αντίστοιχες περιλήψεις των εκθέσεων κατασχέσεως, δεν αναφέρεται αν οι κατασχεθείσες εδαφικές εκτάσεις είναι καλλιεργημένες ή μη και ποιο το είδος των καλλιεργειών, αν υπάρχουν επ' αυτών συστατικά και παραρτήματα (οικίες, αποθήκες, γεωτρήσεις, δεξαμενές νερού), αν έχουν πρόσωπο σε οδό, ούτε αναφέρεται η απόστασή τους από τη θάλασσα. Συναφώς δε ισχυρίζονται ότι το υπ αριθμ. 14 ακίνητο περιγράφεται ανακριβώς ως εκτάσεως 10 στρεμμάτων, αντί της πραγματικής των 32.500 τ.μ., το υπ' αριθμ. 20 (1) ακίνητο περιγράφεται ως εκτάσεως 10 στρεμμάτων, αντί της πραγματικής των 17 στρεμμάτων, ενώ δεν γίνεται καμμία αναφορά στα υπάρχοντα εντός του τελευταίου αυτού ακινήτου 700 περίπου ελαιόδενδρα, οικία 112 τ.μ. και γεώτρηση με πλήρες αντλητικό συγκρότημα, ούτε ότι το ακίνητο αυτό έχει πρόσωπο στη δημοτική οδό ….. και ότι η ίδια ελλιπής περιγραφή γίνεται και στο υπ' αριθμ. 20 (2) ακίνητο, για το οποίο δεν αναφέρονται τα υπάρχοντα εντός αυτού ελαιόδενδρα και λεμονιές, η γεώτρηση με πλήρες αντλητικό μηχάνημα, η αποθήκη 1000 τ.μ., η υδατοδεξαμενή 265 κ.μ. και το ποιμνιοστάσιο 90 τ.μ., ούτε ότι το ακίνητο αυτό εφάπτεται του δημοτικού δρόμου…..Την ελλιπή δε αυτή περιγραφή όλων των κατασχεθέντων ακινήτων οι ανακόπτοντες συνδέουν περαιτέρω με την, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατά πολύ υπολειπόμενη της αγοραίας, αλλά και της αντικειμενικής αξίας αυτών εκτίμηση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο μέρος του (ατελής περιγραφή των κατασχεθέντων ακινήτων) είναι, ως προς τα λοιπά, πλην των προαναφερόμενων υπ' αριθμ. 14, 20 (1) και 20 (2) ακινήτων, αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται οι επιμέρους ελλείψεις και ανακρίβειες για κάθε ακίνητο δικαιολογείται η άσκηση ανακοπής, που αποσκοπεί στην ακύρωση των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών περιλήψεων αυτών, αφού, σε διαφορετική περίπτωση θα εδικαιολογείτο μόνο η διόρθωσή τους με ανακοπή κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ως αόριστο τον άνω πρώτο, κατά το πρώτο αυτού μέρος, λόγο ανακοπής, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος. Η επικαλούμενη με το αναιρετήριο «συμπλήρωση της τυχόν ανεπάρκειας του πρώτου λόγου της ανακοπής» με τις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση, είναι απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, και ορθώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο. Αλλωστε ενώπιον αυτού δεν προτάθηκε νόμιμα με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών, σχετικός περιορισμός περί συμπληρώσεως του άνω λόγου της ανακοπής τους με τις πρωτόδικες προτάσεις τους. (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ). IV.- Επειδή, ως προς τα λοιπά, με αρ.14, 20 (1) και 20 (2) ακίνητα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αφενός μεν ότι οι επικαλούμενες γι' αυτά ατέλειες δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση των προσβαλλόμενων εκθέσεων κατασχέσεως και των περιλήψεων αυτών και ότι επιδέχονται θεραπεία με την ασκηθείσα ήδη, κατά τα υπ' αυτών συνομολογούμενα, σχετική ανακοπή τους αφετέρου δε ότι οι εν λόγω ατέλειες δεν συνδέονται με την πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης για τους ανακόπτοντες, που να μη μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των άνω πράξεων εκτελέσεως. Επί του ζητήματος της βλάβης οι ανακόπτοντες περιορίζονται να αναφέρουν ότι η δυσαναλογία μεταξύ της τιμής εκτίμησης και της πραγματικής, αλλά και της αντικειμενικής αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων, οδηγεί σε μεγάλη τους οικονομική ζημία, πλην όμως - συνεχίζει το Εφετείο - για την επικαλούμενη αυτή εσφαλμένη εκτίμηση υπήρχε η δυνατότητα διορθώσεως των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι δεν μπορεί για την έλλειψη αυτή να ζητηθεί η ακύρωσή τους. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε τον πρώτο λόγο της άνω ανακοπής, κατά το δεύτερο μέρος του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 954 παρ.1 εδ. β', 2 έως 4, 993 παρ.2 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί, ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη βλάβης ανάγεται στα πράγματα και επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1497/2003). V- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν νομίμως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, εντεύθεν δε ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν «πράγματα» και άρα δεν ιδρύεται ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη «τον προταθέντα και αποδειχθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η δικαστική επιμελήτρια δεν έκανε επιτόπια επίσκεψη στα κατασχεθέντα ακίνητα, αλλά περιέγραψε αυτά κατ' αντιγραφή των αποδοχών κληρονομίας αυτών», είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής, στον οποίο περιεχόταν ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων. I-. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 973 παρ.1 ΚΠολΔ, «αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με εντολή προς το δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισης της εκτέλεσης ή με την πράξη κατάθεσής της.». Με τη διάταξη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ευθέως το ζήτημα αν ο επισπεύδων ή έτερος δανειστής μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό ή να υποκατασταθεί πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειάς του, εφόσον κατ' αυτήν πρόκειται να ματαιωθεί ένεκα παραλείψεως των διατυπώσεων της προδικασίας του (άρθρα 960 και 999 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή συγχωρείται να δηλωθεί η συνέχιση του πλειστηριασμού πριν από την κατά τα ανωτέρω ματαίωσή του. Επίσης, όταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη (συναινετική αναστολή) και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση αυτή δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού που θα διενεργηθεί, διότι τούτο δεν αντίκειται στο νόμο, που αναγνωρίζει την εγκυρότητα των συμφωνιών για τη χρονική απομάκρυνση του πλειστηριασμού και την διευκόλυνση του οφειλέτη, ο οποίος δεν βλάπτεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 973 παρ.1 και 959 παρ.4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης. Δηλαδή, η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών του άρθρου 998 παρ.4 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 29/10/2001 δεύτερης ανακοπής οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται, ότι ο πλειστηριασμός των ακινήτων τους, που είχε ορισθεί αρχικά για την 13-6-2001, ανεστάλη με συμφωνία αυτών και του επισπεύδοντος πρώτου των καθ' ων για την 19-9-2001, πλην όμως ο τελευταίος κατέθεσε την 5-9-2001 δήλωση συνεχίσεως του πλειστηριασμού, κατόπιν της οποίας αυτός διενεργήθηκε την 17-10-2001 και εκπλειστηριάσθηκαν τα αριθμ. 6, 9, 10, 11, 12, 16 και 17 ακίνητά τους και ότι ο πλειστηριασμός αυτός είναι άκυρος, γιατί η δήλωση συνεχίσεώς του κατατέθηκε πριν από την κατά την 19-9-2001 ματαίωσή του και διεξήχθη πριν από την πάροδο σαράντα ημερών από την κατάθεση της δηλώσεως συνεχίσεώς του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού γενομένη από τον επισπεύδοντα δήλωση συνεχίσεως αυτού δεν είναι άκυρη και ότι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού πριν από την πάροδο 40 ημερών από την κατάθεση της δήλωσης συνεχίσεως αυτού στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο έλαβε χώρα εγκύρως. Κατόπιν δε αυτού απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 973 παρ.1 και 959 παρ.4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VII.- Επειδή, από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, στη σύνταξη της οποίας υποχρεούται να προβεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά τα άρθρα 117, 934 παρ.2, 960 παρ.4, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 13 παρ.2 του ν. 3043/2002, 963, 1001 παρ.1 και 1005 ΚΠολΔ, απαιτείται να προκύπτει η ταυτότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου για το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως περί κατακυρώσεως (άρθρα 1005 παρ.1 ΚΠολΔ και 1196 Α.Κ.). Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 999 παρ.1 ΚΠολΔ), αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, κατ' άρθρο 159 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 778/1979). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της (δεύτερης) ανακοπής τους προβάλλουν ακυρότητα του πλειστηριασμού, ένεκα του ότι οι προσβαλλόμενες εκθέσεις πλειστηριασμού περιέχουν ατελή περιγραφή των πλειστηριασθέντων ακινήτων. Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής με την αιτιολογία, ότι η επικαλούμενη ελλιπής περιγραφή και αληθής υποτιθεμένη, δεν επέφερε βλάβη στους ανακόπτοντες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αυτή. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία ο άνω λόγος ανακοπής είναι αόριστος, εφόσον ούτε οι ίδιοι οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι υπέστησαν βλάβη, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η κατά άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά της οποίας δεν ετελεσφόρησε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (Ολ.ΑΠ 25/2003). VIII.- Επειδή, κατά το άρθρο 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια, αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή αλλιώς ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ορίζει τη σειρά με την οποία κατακυρώνονται αυτά. Μόλις το πλειστηρίασμα των ακινήτων που κατακυρώθηκαν καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που αναγγέλθηκαν και τα έξοδα της εκτέλεσης, παύει ο πλειστηριασμός των υπόλοιπων ακινήτων. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως από αυτήν προκύπτει, έχει δικονομικό χαρακτήρα, η παράβαση δε αυτής, αν δηλαδή, παρά το γεγονός ότι με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά δεν πλειστηριάστηκαν χωριστά, αλλά ενιαίως και μάλιστα ως ενιαίο ακίνητο και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, συνεπάγεται ακυρότητα, εφόσον, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός, βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 838/2000 ΕλλΔνη). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της άνω (δεύτερης) ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι, παρά το γεγονός ότι ο τέταρτος από αυτούς παρίστατο κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού για τον εαυτό του και ως νόμιμος εκπρόσωπος των λοιπών, δεν του χορηγήθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τη σειρά κατακύρωσης των εκπλειστηριασθέντων, αλλ' ούτε και η υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη σε προσδιορισμό της σειράς κατακύρωσης, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν στους καθ' ων υπερθεματιστές ορισμένα από τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία και έτσι να υποστούν αυτοί βλάβη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των ανακοπτόντων παρέστη κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού και πολύ περισσότερο ότι ζήτησε να οριστεί η σειρά κατακύρωσης. Επίσης δέχθηκε, ότι προκύπτει μεν από τις προσβαλλόμενες εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού, ότι δεν καθορίστηκε από την υπάλληλο αυτού σειρά κατακύρωσης, πλην όμως δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι εξαιτίας του γεγονότος αυτού οι ανακόπτοντες υπέστησαν ζημία. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, ότι τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα πλειστηριάσθηκαν χωριστά και όχι ενιαίως και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, αλλά δεν καλύφθηκε το ποσό της απαίτησης του επισπεύδοντος διότι, για τα περισσότερα από αυτά, δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς αιτιολογίες επί του ζητήματος ότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέστησαν βλάβη από το μη καθορισμό σειράς κατακυρώσεως των πλειστηριασθέντων και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πιο πάνω πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων παρέστη κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, πλήσσει αληθώς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος (έκτος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τις επικληθείσες και προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες ως άνω εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεξετίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, στα οποία μάλιστα κάνει ειδική αναφορά. VX.- Επειδή, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 και 8, πράγματι δε από τον αρ.14 αυτού πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαραδέκτου, ήτοι ως αορίστου του τέταρτου λόγου της (δεύτερης) ανακοπής των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του διενεργηθέντος πλειστηριασμού ως καταχρηστικού, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της άνω ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν με τον τέταρτο λόγο αυτής, ότι «εξαιτίας των ακυροτήτων των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών εκθέσεων κατασχέσεως, παρά την ανυπαρξία τελείως όλων των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεων, η διεξαγωγή του πλειστηριασμού είναι άκυρη, ως αντίθετη στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116, 933 ΚΠολΔ και 20, 25 του Συντάγματος». Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπούμενος, είναι αόριστος, δοθέντος ότι δεν γίνεται σαφής αναφορά στις επικαλούμενες ελλείψεις των προσβαλλόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και στη συνεπεία αυτών προφανή υπέρβαση των διαγραφομένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων. Επομένως, το Εφετείο που τον απέρριψε με την ίδια αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό ως άνω πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών