Παράδοση των πραγμάτων από τον μεταφορέα στον αγοραστή προς θαλάσσια μεταφορά χωρίς την χρήση φορτωτικής, ενεχύραση φορτωτικής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1029/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συμβάσεις πωλήσεως και μεταφοράς, που συνάπτονται από τον πωλητή - αποστολέα με τον αγοραστή και τον μεταφορέα αντιστοίχως, διατηρούν την αυτοτέλειά τους, όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνδρομής και δικαιοπαραγωγικών περιστατικών, την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και την απόσβεση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για καθεμία από αυτές τις συμβάσεις, χωρίς να επηρεάζονται αναγκαίως και οι λοιπές.

Έτσι η παράδοση των πραγμάτων από τον μεταφορέα στον αγοραστή, χωρίς την χρήση φορτωτικής, δεν καθιστά την προς τον αγοραστή παροχή του πωλητή  μη προσήκουσα, ώστε να απαλλάσσεται ο αγοραστής από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος στον πωλητή, εφ όσον ο εκδοχέας της σχετικής αξίωσης τούτου ενεχυρούχος δανειστής της φορτωτικής, κατά την παράδοση των πραγμάτων, δεν έχει καταστήσει ενεργό το από το ενέχυρο δικαίωμά του έναντι του αγοραστή.

Η από την πώληση συμβατική υποχρέωση του αγοραστή, χωρίς την παρεμβολή αξίωσης από το ενέχυρο της φορτωτικής, παραμένει αναλλοίωτη έναντι του πωλητή, που εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωσή του με την παράδοση των πραγμάτων στον αγοραστή.

Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται ανάλογη ευθύνη απόδοσης στον πωλητή από τον μεταφορέα του τυχόν ληφθέντος, από τον αγοραστή, τιμήματος.

Η αξίωση απόδοσης του ληφθέντος τιμήματος δεν υπόκειται στην ετήσια παραγραφή, γιατί δεν δημιουργήθηκε κατά την άσκηση δικαιωμάτων από την φορτωτική και τη σύμβαση ενεχύρασης.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1029/2010

Απόσπασμα……Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 5, 6 και 10 της Διεθνούς Συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων νομικών Κανόνων σχετικώς με τις φορτωτικές, που κυρώθηκε με το Ν. 2107/1992, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 125 και 168-173 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα και εφαρμόζονται αποκλειστικώς σε ναυλώσεις, οι οποίες συνιστούν συμβάσεις θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων και καλύπτονται από φορτωτική ή παρόμοιο τίτλο. Η έκδοση φορτωτικής όχι μόνον δημιουργεί δικαιώματα, αλλά αποτελεί αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για το "αξιογραφικό" περιεχόμενό του. Επί συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων αποδεικνύει τη σύμβαση μεταφοράς, ενώ το "ενσωματωμένο" δικαίωμα εξαρτάται από την τύχη του εγγράφου της φορτωτικής, η κατοχή της οποίας είναι απαραίτητη για την ενάσκησή του. Ο οικονομικός δεσμός της συμβάσεως πωλήσεως με τη σύμβαση μεταφοράς γίνεται ιδιαιτέρως στενός και η σύμβαση ναυλώσεως-μεταφοράς καθίσταται βοηθητική της πωλήσεως, την οποία συνήθως ακολουθεί η τραπεζική σύμβαση προς είσπραξη του τιμήματος ή το άνοιγμα πιστώσεως μέσω ενεχυράσεως της φορτωτικής. Το περιεχόμενο της φορτωτικής δεν αφορά μόνον τις σχέσεις του εκναυλωτή - εκδότη αυτής και μεταφορέα προς τον ναυλωτή, αλλά αφορά και τις σχέσεις του πρώτου με τον κομιστή του τίτλου, ο οποίος είναι ο παραλήπτης του φορτίου και ως εκ τούτου υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών. Ο καθορισμός του εκναυλωτή, του ναυλωτή, του παραλήπτη, του πλοίου και του πλοιάρχου γίνονται δια της αναγραφής του ονόματος ή της επωνυμίας αυτών στη φορτωτική, η οποία μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στον παραλήπτη επιστρέφεται στον εκδότη. Κατά, το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 559/1977 "περί κυρώσεως της εν Γενεύη την 19 Μαΐου 1956 υπογραφείσης διεθνούς συμβάσεως επί του συμβολαίου περί των διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων οδικώς (G.M.R) και του Πρωτοκόλλου υπογραφής", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων για την έγερση αγωγών συνεπεία μεταφοράς, δυνάμει της συμβάσεως αυτής, είναι ένα έτος και επί ηθελημένης κακής διαχειρίσεως τρία έτη, εφαρμοστέα δε είναι η εν λόγω σύμβαση, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 αυτής και όταν τα εμπορεύματα μεταφέρονται για μέρος του ταξιδιού δια θαλάσσης, εφόσον δεν εκφορτώνονται από το μεταφέρον αυτά όχημα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1247, 1248 1254 ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστού, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο η με ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό χορηγεί στο δανειστή το δικαίωμα είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή αντί καταβολής. Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρα 36 και 39 του ν.δ της 17-7/13-8-1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικά με το άρθρο 41 Εισ ΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει του πρώτου κατά το ότι: (Α) το περί της συστάσεώς του έγγραφο μπορεί να είναι απλό, τουτέστιν να μη φέρει βεβαία χρονολογία, β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε εκ των συμβαλλομένων και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, γ)η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση της αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό και δ) από της επιδόσεως του αντιγράφου επέρχεται εκ του νόμου εγχώρηση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως στο δανειστή, που σημαίνει ότι αποκόπτεται έκτοτε κάθε δεσμός του ενεχυραστή με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, δεν μπορεί ούτε να εισπράξει (αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση), ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω. Από δε τα άρθρα 297, 298,330, 1224 εδ. Α, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγεται ότι ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημιώσεως, η αξίωσή του όμως παραγράφεται μετά έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου, η οποία επέρχεται, πλην άλλων, συνεπεία αποσβέσεως της απαιτήσεως. Συνέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 287 επ, 361, 513 και 416- 417 του ΑΚ, ότι οι συναπτόμενες, από τον πωλητή-αποστολέα των δια θαλάσσης διαμετακομιζομένων πραγμάτων με τον αγοραστή αυτών και τον μεταφορέα, συμβάσεις πωλήσεως και μεταφοράς αντιστοίχως, όπως και η περιέχουσα εκχώρηση της απαιτήσεως για το τίμημα των πραγμάτων ενεχύραση της φορτωτικής από τον πωλητή, διατηρούν την αυτοτέλειά τους όσον αφορά τις προϋποθέσεις συνδρομής και δικαιοπαραγωγικών περιστατικών, την ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής και την απόσβεση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για καθεμία από αυτές τις συμβάσεις, χωρίς να επηρεάζονται αναγκαίως και οι λοιπές. Έτσι η για λόγους αναγόμενους στον ενεχυρούχο δανειστή και τον μεταφορέα παράδοση των πραγμάτων, χωρίς τη χρήση του αξιογράφου της φορτωτικής, προς τον αγοραστή δεν καθιστά την προς τον τελευταίο παροχή του πωλητή, από αυτόν και μόνο το λόγο, μη προσήκουσα, ώστε να απαλλάσσεται ο αγοραστής από την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος προς τον αντισυμβαλλόμενό του πωλητή, εφόσον ο εκδοχέας της σχετικής αξίωσης τούτου ενεχυρούχος δανειστής της φορτωτικής, κατά την παράδοση των πραγμάτων, δεν έχει καταστήσει ενεργό το από το ενέχυρο δικαίωμά του έναντι του αγοραστή και έτσι δεν διαταράσσεται η ασφάλεια της συναλλαγής, που υπηρετεί η χρήση της φορτωτικής, η δε από την πώληση συμβατική υποχρεώση του αγοραστή, χωρίς την παρεμβολή αξίωσης από το ενέχυρο της φορτωτικής, παραμένει αναλλοίωτη έναντι του πωλητή, που εκπληρώνει τη συμβατική υποχρέωσή του με την παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων στον αγοραστή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται επίσης ανάλογη ευθύνη αποδόσεως στον πωλητή από τον ως εντολοδόχο (επιτετραμένο) αυτού, τυχόν λαβόντα το τίμημα από τον αγοραστή, μεταφορέα των εμπορευμάτων, χωρίς να εμπίπτει η αξίωση αυτή στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 32 ν. 559/1977, αφού δεν δημιουργήθηκε κατά την ενάσκηση δικαιωμάτων από το αξιόγραφο της φορτωτικής και τη σύμβαση ενεχύρασής του. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών