Ενσωμάτωση στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο των ρητρών του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 5636/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική.

Ετσι μπορεί να συμπεριληφθούν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έντυποι όροι εκ των προτέρων διατυπωμένοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων όπως είναι αυτοί του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1-11-1985 με την κωδικοποιημένη ονομασία Institute Yacht Clauses.

Οι γενικοί αυτοί όροι έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία, με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι δε υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, γιατί θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής

Οι όροι αυτοί πρέπει να επισημανθούν κατά τρόπο ρητό. Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και ανάλυση του κειμένου των όρων συναλλαγής στην ασφαλιστική σύμβαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ  

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 5636/2003

Απόσπασμα…….Όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ, οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης, που αναφέρεται σε διεθνή συναλλαγή, στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Η αυτονομία, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, με την έννοια ότι δεν μπορεί να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά. Δηλαδή, δεν έχει σημασία αν ο σύνδεσμος, κρινόμενος αντικειμενικά, είναι πολύ ασθενέστερος από τους συνδέσμους, που παρουσιάζει η σύμβαση με άλλα δίκαια, διότι αξία έχει η ύπαρξη του συνδέσμου και όχι η εγγύτητα αυτού (Έλλη Κρίσπη-Νικολετοπούλου: Ενοχαί εκ συμβάσεως, κατά το Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, σελ. 61-62). Άλλωστε, υπάρχει η τάση για μέγιστη δυνατή διεύρυνση της έννοιας του συνδέσμου, ώστε να διευρύνεται και ο κύκλος των δικαίων, μεταξύ των οποίων μπορεί να γίνει η επιλογή. Όπως, μάλιστα, παρατηρείται σχετικά, σε ορισμένους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών, αλλά και των ασφαλίσεων, υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση ή ενοποίηση, ο σκοπός, δε, επιτυγχάνεται εκτός από τις διεθνείς συμβάσεις, με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή κατοικία των συμβαλλομένων ή του τόπου σύναψης ή εκτέλεσης της σύμβασης. Στους πιο πάνω κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων, η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική. Επομένως, ένας εσωτερικός σύνδεσμος μιας τέτοιας σύμβασης με το Αγγλικό δίκαιο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί απαράδεκτος (Ε. Κρίσπη-Νικολετοπούλου, ο.π. σελ. 65 - βλ. σημ. 25). Η πιο πάνω τάση έχει ήδη κατοχυρωθεί με το άρθρο 3 § 1 της Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης του 1980 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές», πού κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, με το οποίο θεσπίζεται η απόλυτη ελευθερία των συμβαλλομένων για την επιλογή του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Και είναι μεν αληθές ότι ικανός αριθμός συμβάσεων, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής της πιο πάνω Κοινοτικής Σύμβασης της Ρώμης (αρθρ. 1 § 3) και, ως εκ τούτου, εξακολουθούν να υπάγονται στον κανόνα του άρθρου 25 Α.Κ. η εξαίρεση, όμως, αυτή έγινε (ειδικά για τις ασφαλιστικές συμβάσεις) για το λόγο ότι αποτελούν το αντικείμενο ειδικότερων συμφωνιών και συμβάσεων στα πλαίσια των προσπαθειών εναρμόνισης των δικαίων των Κρατών-Μελών της Ε.Ε. (Ζ. Παπασιώπη-Πασιά: Η Κοινοτική Σύμβαση της Ρώμης του 1980 σελ. 13, 16 και 17 σημ. 32). Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ειδικότερης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, κατά την σύναψη της βασικής έννομης σχέσης (π.χ. σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης) αλλά και μεταγενέστερα (μετασυμβατικός καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου), με την επίκληση διατάξεων του δικαίου αυτού, ακόμη και σιωπηρά, με το να μην αντιλέγει κανένα μέρος σε μια τέτοια επίκληση (Ζ. Παπασιώπη-Πασιά: ο.π. σελ. 9 επ. και σελ. 23, Δ. Ευρυγένης: Ι.Δ.Δ.Δ. εκδ. 1968 § 136, σελ. 175, μελέτη του ίδιου σε Αρμ. 24. 1066, Γ. Μαριδάκης: Ιδ.Δ.Δ. εκδ. β', τομ. Β' σελ. 28 σημ. 17)". Περαιτέρω, είναι δυνατό να περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έντυποι όροι εκ των προτέρων διατυπωμένοι για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων όπως είναι αυτοί του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1-11-1985 με την κωδικοποιημένη ονομασία Institute Yacht Clauses, στην περίπτωση ασφάλισης σκαφών κατά των θαλάσσιων κινδύνων. Οι γενικοί αυτοί όροι έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία, με τους ειδικούς όρους και το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου, είναι, δε, υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής (Αναστασιάδης: Εμπ. Δ.Τ.Α. § 1, 3, 218 σημ. 8, Α.Π. 840/1978 ΝοΒ 26. 682, Α.Π. 449/1964 ΝοΒ 12. 678, Εφ.ΑΘ. 4038/1984 Ε.Εμπ.Δ. 26, 265, Εφ.ΓΙειρ. 815/2000 ΕΝΔ 29. 166, Εφ.Πειρ. 564/1986 Ε.Εμπ.Δ. Μ. 620). Οι όροι αυτοί, οι οποίοι έχουν το χαρακτήρα γενικών όρων, πρέπει να επισημανθούν, και μάλιστα κατά τρόπο ρητό, από την ασφαλιστική εταιρεία που αντιμετωπίζεται ως «προμηθευτής» προς τον ασφαλισμένο, ο, οποίος αντιμετωπίζεται ως «καταναλωτής», κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, και συγκεκριμένα ότι η σύμβαση πρέπει να καταρτισθεί με τους προτεινόμενους όρους καθώς ο ασφαλισμένος, ως καταναλωτής εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του - Ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών». Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή σε αυτούς και όχι παράθεση και"" ανάλυση του κειμένου των όρων συναλλαγής στην ασφαλιστική σύμβαση. Έτσι, ο ασφαλιστής πρέπει να εξασφαλίσει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους, ο δε ασφαλισμένος να λάβει γνώση αυτών (Α.Π. 843/2001 Ελλ.Δνη 43 (2002) 751), και αυτό επιτυγχάνεται με την διατύπωση του συνόλου των όρων (γενικών και ειδικών) του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην ίδια γλώσσα και, κατά προτίμηση, σε γλώσσα, την οποία γνωρίζει ο ασφαλισμένος. Η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή απορρέει από την αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης (Principle of clarity, transparezgebot) [βλ. Μεντή, ΓΟΣ (2000), 65 επ., Borges Inhaltskontrolle (2000), 125 επ., Ηeinrichs, Fs Trinkner (1995), 157 επ., ν. Hoyningen-Juene, FS Trinkner (1995), 179 επ., Βernreuther, BB 1993, 1823 επ., Pflug, Die AG 1992, i επ., 1 Lindacher Der topos der Transparenz, Vortrage (1991)]. Η ως άνω αρχή διακηρύσσεται γενικά στην 20η αιτιολογική σκέψη, του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13 και θεμελιώνεται στα άρθρα 4 II (τελ.εδ.) («εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό»), (βλ. σχετ. Micklitz Zeup 1993. 528) και ιδίως 5 εδ. 1 της Οδηγίας. Η αρχή αυτή αποτελεί έκφραση του λεγόμενου «πρότυπου πληροφόρησης» (Information model), το οποίο διατρέχει το σύνολο της κοινοτικής νομοθεσίας για τους καταναλωτές [Νassall, JZ 1995. 692 επ. (υπό VI και C)] και προωθείται ιδιαίτερα από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [Dreher JZ 1997. 167 επ. (170 επ.) Wolf Horn/Lindacher, Rili Art 5 Rdnr 1 EuGH, EuZW 1990, 222 επ.] και αποσκοπεί στην ενίσχυση της αυτοευθύνης του καταναλωτή, με την παροχή σ' αυτόν προστασίας, πρωταρχικά, μέσα από ένα επίπεδο πληροφόρησης, που θα τον καθιστά υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων [Bunte, FS Schimansky (1999) 27]. Συνεπώς, κατ' άρθρο 2 § 1 του Ν. 2251/1994, οι γενικοί όροι αυτοί, κατά τα παραπάνω, δεν δεσμεύουν τον ασφαλισμένο, εφόσον τους αγνοούσε, ανυπαίτια. Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή του ασφαλιστή καθιερώνεται και από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 4, που ορίζει: «όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς όρους (ασφαλιστικούς), ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου, που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο» και § 8, που ορίζει: «όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία». 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών