Επιθαλάσσια αρωγή και ρυμούλκηση πλοίου που βρίσκεται σε κίνδυνο.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  73/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιθαλάσσια αρωγή είναι κάθε πράξη βοηθείας, ή διάσωσης πλοίου, που βρίσκεται σε κίνδυνο, ανεξαρτήτως του εάν ο κίνδυνος δεν είναι άμεσος, επικείμενος και πιθανός και δικαιολογεί εξ αυτού του λόγου παροχή βοηθείας. Ο κίνδυνος προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μη κανονικής καταστάσεως περιστατικών. Ο κίνδυνος δεν ταυτίζεται με το βλαπτικό αποτέλεσμα, την απώλεια, ή τη βλάβη του πλοίου. Δεν αρκεί πάντως ότι το πλοίο περιήλθε σε μία ασυνήθιστη κατάσταση, από την οποία αδυνατεί να εξέλθη με ιδικά του μέσα. Απαιτείται η κατάσταση να κάνει ενεργητικώς δυνατή την απώλεια, ή βλάβη.

Η ρυμούλκηση είναι η πράξη με την οποία το πλοίο (ρυμουλκουμένο) μετακινείται με άλλο (ρυμουλκό) χρησιμοποιούντας ωθητική ενέργεια και ρυμούλκιο, το οποίο συνδέει αμφότερα.

Κριτήρια διάκρισης μεταξύ επιθαλασσίου αρωγής και ρυμούλκησης είναι ο κίνδυνος του ρυμουλκουμένου. Σε ύπαρξη κινδύνου η παρεχόμενη από το ρυμουλκό υπηρεσία χαρακτηρίζεται διάσωση και όχι ρυμούλκηση. Εξ αιτίας ωρισμένων ελαφρών, ή προσωρινών κινδύνων μεταφορά του πλοίου από ένα τόπο σε άλλο με έλξη από άλλο πλοίο δεν συνιστά διάσωση, αλλά ρυμούλκηση.

Συνιστά όμως επιθαλάσσιο αρωγή η απαλλαγή του πλοίου από πραγματικό και σοβαρό κίνδυνο, η πραγματοποίηση της οποίας γίνεται με ρυμούλκηση. Αν το κινδυνεύον πλοίο συμφωνήσει με άλλο για παροχή βοηθείας, πρόκειται για θαλάσσια αρωγή και όχι ρυμούλκηση. Αν την θαλάσσια αρωγή ακολουθήσει ρυμούλκηση, η οποία είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση της αρωγής, η ρυμούλκηση έχει χαρακτήρα παρεπόμενο και απορροφάται από την θαλάσσια αρωγή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  73/2008

Απόσπασμα……Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 1,8,12 και 13 της από 28.4.1989 εν Λονδίνω υπογραφείσης Διεθνούς Συμβάσεως περί επιθαλασσίου αρωγής, κυρωθείσης εν Ελλάδι δια του Ν 2391/1996, προκύπτει ότι επιθαλάσσιος αργή παρέχουσα δικαίωμα προς αμοιβήν είναι πάσα πράξη βοηθείας ή διασώσεως του πλοίου (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου) ευρισκομένου εν κινδύνω, εφ΄όσον έχει ωφέλιμον αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως του εάν ο κίνδυνος δεν είναι άμεσος ο επικείμενος και πιθανός και δικαιολογεί εξ αυτού την παροχή βοηθείας. Ο κίνδυνος προϋποθέτει την ύπαρξη μιάς μη κανονικής καταστάσεως περιστατικών, κυρίως την θάλασσα, και την συναγωγή εξ αυτής κρίσεως ότι η επέλευση του επιζημίου αποτελέσματος είναι κατά την κοινή πείρα δυνατή. Ούτος (κίνδυνος) αποτελών ενεργητική δυνατότητα προκλήσεως ζημίας δεν ταυτίζεται με το βλαπτικό αποτέλεσμα, την απώλεια ή βλάβη του πλοίου. Η δυνατότης προκλήσεως της ζημίας δεν αποκλείεται να οφείλεται στις ιδιομορφίες της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δεν αρκεί πάντως ότι το πλοίον περιήλθε σε μία ασυνήθιστη κατάσταση εκ της οποίας και αδυνατεί να εξέλθη με ιδικά του μέσα. Απαιτείται εισέτι η κατάσταση αύτη να κάνη ενεργητικώς δυνατή την απώλεια ή βλάβη τούτον. Εάν ένας ευσυνείδητος, ικανός και συνετός πλοίαρχος έκρινε εκτιμών το σύνολον των περιστάσεων ως και την απειλουμένη ζημία, ότι η κατάσταση του πλοίου είναι εις τοιούτον βαθμόν ανασφαλής, ώστε να επιβάλη ως πραγματικό δεδομένο, κατά την κρίσιν του πάντοτε, την επέμβαση τρίτου υπάρχει κίνδυνος, έστω και αν υφίστανται ωρισμένοι όροι, που δεν αποκλείεται κατά την κοινή πείρα ν΄απέτρεπαν το επιζήμιο αποτέλεσμα άνευ παροχής βοηθείας. Επίσης, εάν το πλοίο διατρέχει κίνδυνο απωλείας ή βλάβης, ο πλοιοκτήτης ενέχεται εκ της συμβάσεως την οποίαν συνήψε ο πλοίαρχος δια την εις τούτο παροχή βοηθείας, καθ΄όσον η σύναψη μιάς τοιαύτης συμβάσεως αποτελεί μέτρο αναγόμενο εις τα ανατεθέντα εις τούτου καθήκοντα, διότι λαμβάνεται υπ΄αυτού δια την ασφάλεια του πλοίου. Εξ άλλον ρυμούλκηση από τεχνικής απόψεως είναι η πράξη (εργασία) δια της οποίας πλοίον το (ρυμουλκούμενον) μετακινείται δι΄ άλλον (ρυμουλκού) χρησιμοποιούντος ωθητική ενέργεια και σχοινιού (ρυμούλκιον) το οποίον συνδέει αμφότερα, από νομικής δε απόψεως η σύμβαση δια της οποίας το ρυμουλκόν αναλαμβάνει την υποχρέωση ίνα επ΄αμοιβή οδήγηση το ρυμουλκούμενον από τόπου εις τόπον. Κριτήρια διακρίσεως μεταξύ επιθαλασσίου αρωγής και ρυμουλκήσεως είναι ο κίνδυνος του ρυμουλκουμένου, εν υπάρξει του οποίου η παρεχόμενη υπό του ρυμουλκού υπηρεσία χαρακτηρίζεται διάσωση και όχι ρυμούλκηση. Ειδικότερον, η εξ ωρισμένων ελαφρών ή προσωρινών κινδύνων απαλλαγή του πλοίου η πραγματοποιουμένη δι΄υπηρεσιών απλής μεταφοράς τούτου από ενός τόπου εις άλλον δι΄ έλξεως υπό άλλον πλοίου δεν συνιστά διάσωση αλλά ρυμούλκηση αντιθέτως δε, συνιστά επιθαλάσσιον αρωγή η απαλλαγή του πλοίου εκ πραγματικού και σοβαρού κινδύνου η πραγματοποίηση της οποίας γίνεται δια ρυμουλκήσεως, εμφανισθέντος του κινδύνου. Ούτως εάν το κινδυνεύον πλοίο συμφωνήση με άλλο δια την παροχή βοηθείας, πρόκειται περί συμβάσεως θαλασσίας αρωγής, καν εισέτι η απαλλαγή του πλοίου εκ του κινδύνου γίνη δι΄απλής ρυμουλκήσεως τούτου εις ασφαλές αγκυροβόλιο. Η φύση και η σπουδαιότητα των υπηρεσιών δεν επηρεάζουν τη νομική φυσιογνωμία της σχέσεως αλλά το μέγεθος της αμοιβής. Εάν τα μέρη δεν συνάψουν καίτοι έχουν γνώση του κινδύνου, σύμβαση θαλασσίας αρωγής, αλλά απλής ρυμουλκήσεως η σύμβαση ισχύει ως τοιαύτη ρυμουλκήσεως. Επίσης, εάν την θαλάσσια αρωγή ηκολούθησε ρυμούλκηση του βοηθέντος πλοίου, η οποία όμως ήτο απαραίτητος δια την ολοκλήρωση της αρωγής καθίσταται αναμφίβολον ότι η ρυμούλκηση έχει χαρακτήρα παρεπόμενο, δευτερεύοντα εν σχέσει προς την παροχή της αρωγής, κυρία υπηρεσία του αρωγού ή διασώστου. Εν τοιαύτη περιπτώσει η δευτερεύουσα παροχή(ρυμούλκηση) πορροφάται υπό της πρώτης (αρωγής) η Causa όμως και ο οικονομικός σκοπός της συμβάσεως παραμένει ενιαίος. Συνεπώς εφαρμόζονται καθ΄ύλην την έκταση της οι διατάξεις περί επιθαλασσίου αρωγής(βλ. Α.Θ. αρωγή και διάσωση σελ. 259-262- περί του κινδύνου 416 επ΄, Ιδίου. Η ελευθερία των μερών στις συμβάσεις θαλάσσιας αρωγής Πρακτικά 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου σελ. 369 επ. δίως σελ. 381 επ.Λ Γ. Ναυτικό Δίκαιο παραγρ. 32 σελ. 311 επ.Πειρ. 733/2004 ΕΝΔ 32 368,Ε.Πειρ. 961/2000 ΕΝΔ 29,50+ Δ. Α.. Μ.. EΠειρ. 540/1994 ΕΝΔ 22.430, ΕΠειρ. 935/2006 α Δ.οσ. εις νομ. τόπον).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών