Εθνική, εσωτερική, αεροπορική μεταφορά και εφαρμοστέο δίκαιο.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  7603/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επί εθνικής, εσωτερικής, αεροπορικής μεταφοράς εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1815/1988 "Κύρωση του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου".

Αεροπορική μεταφορά προσώπων είναι η συμφωνία με την οποία ο μεταφορέας αναλαμβάνει με αντάλλαγμα την υποχρέωση να μεταφέρει με αεροσκάφος ορισμένο πρόσωπο, από τόπο σε τόπο στο Ελληνικό έδαφος

Ο αεροπορικός μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως, αν εκείνος, που ζημιώθηκε, αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε δόλο του μεταφορέα, ή προσώπου που αυτός είχε προστήσει.

Αποκαθιστέα είναι η περιουσιακή ζημία των επιβατών. Η μη περιουσιακή ζημία δεν αποκαθίσταται από τον αερομεταφορέα, του οποίου η ευθύνη είναι ενδοσυμβατική, εφ όσον δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από τη σύμβαση.

Αν όμως η αθέτηση της ενοχικής υποχρέωσης εξαιτίας της οποίας επήλθε το συμβάν αποτελεί και αδικοπραξία για τον μεταφορέα έναντι του ζημιωθέντος τρίτου επιβάτη, ο μεταφορέας υποχρεούται να αποκαταστήσει και την ηθική βλάβη που υπέστη ο επιβάτης, με την παροχή χρηματικής ικανοποίησης. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ο ποσοτικός περιορισμός της αποζημίωσης, αλλά ο αερομεταφορέας ευθύνεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  7603/2001

Απόσπασμα…….Περαιτέρω, σύμβαση εσωτερικής αεροπορικής μεταφοράς, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις του ν. 1815/1988 "Κύρωση του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου", είναι η συμφωνία με την οποία ο κατ? επάγγελμα μεταφορέας αναλαμβάνει με αντάλλαγμα την υποχρέωση να μεταφέρει με αεροσκάφος ορισμένο πρόσωπο, από τόπο σε τόπο στο Ελληνικό έδαφος (Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, Η Ευθύνη του Αεροπορικού Μεταφορέα στην εσωτερική μεταφορά προσώπων, Αρμ 44.529). Κατά τα άρθρα 94, 106, 110 παρ. 1α, 111 και 112 του άνω ν. 1815/1988, "η σύμβαση μεταφοράς προσώπων αποδεικνύεται από το εισιτήριο που εκδίδει ο μεταφορέας (94). Ο μεταφορέας υποχρεούται να αποζημιώσει τον επιβάτη ή εκείνους που σύμφωνα με το αστικό δίκαιο δικαιούνται αποζημίωση εξαιτίας του θανάτου ή της σωματικής βλάβης επιβάτη από συμβάν το οποίο επήλθε κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο επιβάτης βρισκόταν μέσα στο αεροσκάφος ή κατά τη διάρκεια των ενεργειών επιβίβασης ή αποβίβασης από αυτό (106). Η υποχρέωση του μεταφορέα για αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί, σε περίπτωση μεταφοράς προσώπων, το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων για κάθε επιβάτη (110 παρ. 1α). Ο μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως αν εκείνος που ζημιώθηκε αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε δόλο του μεταφορέα ή προσώπου που αυτός είχε προστήσει (111). Αν η μεταφορά εκτελεστεί ολικά ή κατά ένα μέρος από άλλο μεταφορέα, ευθύνονται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού και ο μεταφορέας που έχει συμβληθεί και εκείνος που έχει εκτελέσει τη μεταφορά. Εκείνος που έχει συμβληθεί ευθύνεται για όλη τη μεταφορά που συμφωνήθηκε και εκείνος που πραγματοποίησε ευθύνεται εις ολόκληρο με τον πρώτο για τη μεταφορά που αυτός έχει εκτελέσει (112)". Με τις παραπάνω διατάξεις θεμελιώνεται ευθύνη του αερομεταφορέα από τη σύμβαση εσωτερικής μεταφοράς ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του. Πρόκειται δηλαδή, για γνήσια αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση, τόσο του συμβατικού, όσο και του πραγματικού αερομεταφορέα, οπότε, σε αντιστάθμισμα, η ευθύνη των τελευταίων είναι περιορισμένη. Με την πραγματοποίηση του ζημιογόνου γεγονότος, ο αερομεταφορέας υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκλήθηκε στους επιβάτες από τις αναφερόμενες βλάβες (θάνατος, σωματική βλάβη). Αποκαθιστέα όμως είναι η περιουσιακή ζημία των επιβατών που προέκυψε από τις βλάβες αυτές, ενώ θα εξαιρεθεί η μη περιουσιακή ζημία, δηλαδή η ηθική βλάβη. Η μη περιουσιακή ζημία δεν αποκαθίσταται από τον αερομεταφορέα, του οποίου η ευθύνη είναι ενδοσυμβατική, εφόσον δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από τη σύμβαση (299 ΑΚ). Αν όμως η αθέτηση της ενοχικής υποχρέωσης εξαιτίας της οποίας επήλθε το συμβάν αποτελεί και αδικοπραξία για τον μεταφορέα έναντι του ζημιωθέντος τρίτου επιβάτη (914 ΑΚ), ο ανωτέρω υποχρεούται να αποκαταστήσει και την ηθική βλάβη που υπέστη ο επιβάτης, με την παροχή χρηματικής ικανοποίησης, κατ? άρθρο 932 ΑΚ (Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.α). Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ο ποσοτικός περιορισμός της αποζημίωσης του άρθρου 110 παρ. 1α του ν. 1815/1988, αλλά ο αερομεταφορέας ευθύνεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου και η ζημία προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 ΑΚ. Και τούτο γιατί, παρά το ότι η αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία και η αγωγή αποζημίωσης από τη σύμβαση συρρέουν, αφού αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, την αποκατάσταση της ζημίας από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός, δεν ταυτίζονται μεταξύ τους, αλλά διέπεται καθεμιά από διαφορετικό νομικό καθεστώς, με αποτέλεσμα η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1α του ν. 1815/1988 να περιορίζεται στο αντικείμενο που ρυθμίζει, δηλαδή στην αγωγή αποζημίωσης λόγω πλημμελούς εκτέλεσης της σύμβασης (βλ. σχετική ρύθμιση σε περίπτωση συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης επί διεθνούς ναυτικής μεταφοράς του ΚΙΝΔ, ΑΠ 18/1993, ό.α., ΕφΑθ 9255/1992, ΕλλΔνη 36. 692). Εάν ο νομοθέτης ήθελε να ισχύσει ο ποσοτικός προσδιορισμός της ευθύνης του εσωτερικού αερομεταφορέα και επί αδικοπραξίας θα το ρύθμιζε ειδικά, όπως συμβαίνει με το άρθρο 24 της Διεθνούς Σύμβασης της Βαρσοβίας, η οποία κυρώθηκε με τον α.ν. 596/1973, που έχει εφαρμογή επί διεθνών αεροπορικών μεταφορών και ορίζει ότι, "πάσα αγωγή περί ευθύνης, επί οιασδήποτε βάσεως, δεν δύναται να εγερθεί ειμή συμφώνως προς τους υπό της παρούσης συμβάσεως όρους και περιορισμούς". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχτηκε ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του αερομεταφορέα ή των προστηθέντων αυτού οργάνων επί εσωτερικής μεταφοράς προσώπων, δεν ισχύει ο ποσοτικός περιορισμός της αποζημίωσης του άρθρου 110 παρ. 1α του ν. 1815/ 1988, ορθά τις πιο πάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι έφεσης των εναγομένων αεροπορικών εταιριών, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών