Λόγοι απαλλαγής του σιδηροδρόμου από την ευθύνη για απώλεια, ή βλάβη του εμπορεύματος, ευθύνη παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   2583/2000

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο σιδηρόδρομος ευθύνεται για τη ζημία, που προκύπτει από ολική η μερική απώλεια του εμπορεύματος και για βλάβη, που υφίσταται κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή για μεταφορά μέχρι την παράδοση, απαλλάσσεται δε από την ευθύνη αυτή εκτός άλλων και όταν η απώλεια ή βλάβη προκύπτει από ειδικούς κινδύνους, που υπάρχουν σε ένα ή περισσότερα από τα πιο κάτω περιστατικά, που προβλέπονται από τον νόμο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η φόρτωση, η στοιβασία και η εκφόρτωση του μεταφερομένου με τον σιδηρόδρομο εμπορεύματος έγινε από τον αποστολέα, ή τον παραλήπτη αντίστοιχα κατά πλήρες φορτίο για αποκλειστική χρήση του φορτωτή και χωρίς επαλήθευση των φορτωθέντων εμπορευμάτων από τον σιδηροδρομικό μεταφορέα.

Αν ο σιδηρόδρομος αποδεικνύει ότι η απώλεια ή βλάβη μπορούσαν να προκύψουν λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών από έναν ή περισσότερους ειδικούς κίνδυνους υπάρχει τεκμήριο ότι προήλθε από αυτόν. Όμως δεν λειτουργεί το τεκμήριο στην περίπτωση, που η απώλεια ή η βλάβη οφείλεται σε άλλο αίτιο, που έλαβε χώρα μετά την παραλαβή του προς μεταφορά πράγματος μέχρι τον χρόνο παραδόσεως στον παραλήπτη, όπως είναι το γεγονός ότι οι θύρες του βαγονιού με το οποίο μεταφέρθηκαν τα εμπορεύματα κατά την είσοδο του βαγονιού στο κράτος του προορισμού βρέθηκαν ανοικτές ή κλειστές, χωρίς όμως τις απαραίτητες μολυβδοσφραγίδες, που τέθηκαν στον σταθμό της φόρτωσης του.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ως εγγυητής για την εκτέλεση της μεταφοράς από τον μεταφορέα, ευθύνεται με αυτόν εις ολόκληρον, είναι υπεύθυνος δηλαδή για την άφιξη των μεταφερομένων πραγμάτων στον προορισμό τους.

Ως συνέπεια της εις ολόκληρον ευθύνης του ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς δικαιούται, εφ όσον εναχθεί από τον εντολέα, τον παραλήπτη ή τον ασφαλιστή, που υποκαταστάθηκε στην θέση του, για καταβολή αποζημίωσης λόγω της ζημίας, που επήλθε αφ ενός μεν να εναγάγει και αυτός τον μεταφορέα (ως δικαιούχος αποζημίωσης έναντι αυτού), αφ ετέρου δε να προβάλει ως εναγόμενος ότι η απώλεια ή η βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου, όπως σε ενέργεια ή παράλειψη του μεταφορέα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   2583/2000

Απόσπασμα…..Επί της σιδηροδρομικής μεταφοράς ισχύει από 1.5.1985 η από ημεροχρονολογία 9.5.1980 σύμβαση της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (COTIF-CIM), η οποία κυρώθηκε με τον Ν 1593/1986 και κατέστη εσωτερικό δίκαιο του ελληνικού κράτους. Αυτή αντικατέστησε την ισχύουσα μέχρι τότε από 7.2.1970 σύμβαση περί μεταφοράς εμπορευμάτων με σιδηρόδρομο (CIM). Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 και 3 του β' παραρτήματος της ως άνω σύμβασης ο σιδηρόδρομος ευθύνεται για τη ζημία που προκύπτει από ολική η μερική απώλεια του εμπορεύματος και για βλάβη που υφίσταται κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή για μεταφορά μέχρι την παράδοση, απαλλάσσεται δε από την ευθύνη αυτή εκτός άλλων και όταν η απώλεια ή βλάβη προκύπτει από ειδικούς κινδύνους που υπάρχουν σε ένα ή περισσότερα από τα πιο κάτω περιστατικά που προβλέπονται από τον νόμο μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η φόρτωση, η στοιβασία και η εκφόρτωση του μεταφερομένου με τον σιδηρόδρομο εμπορεύματος έγινε από τον αποστολέα ή τον παραλήπτη αντίστοιχα (βλ. και άρθρα 91 παρ. 3, περ. γ' και δ' ΚΑΜΕΣ, 36 παρ. 3 περ. γ' και δ' CMR και 11 παρ. 4 CIM) κατά πλήρες φορτίο για αποκλειστική χρήση του φορτωτή (βλ. ΑΠ 127/1991 ΕΕΝ 1992,87) και χωρίς επαλήθευση των φορτωθέντων εμπορευμάτων από τον σιδηροδρομικό μεταφορέα (βλ. άρθρο 11 παρ. 4 CIM). Σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ, 2 της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως αν ο σιδηρόδρομος αποδεικνύει ότι η απώλεια ή βλάβη μπορούσαν να προκύψουν λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών από έναν ή περισσότερους ειδικούς κίνδυνους προβλεπόμενους στο άρθρο 36 παρ. 3 υπάρχει τεκμήριο ότι προήλθε από αυτόν (ΑΠ 758/1992 ΕΜΔ 5,270). Όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει το τεκμήριο της παρ. 2 του άρθρου 37 της Διεθνούς Συμβάσεως στην περίπτωση που η απώλεια ή η βλάβη οφείλεται σε άλλο αίτιο που έλαβε χώρα μετά την παραλαβή του προς μεταφορά πράγματος μέχρι τον χρόνο παραδόσεως στον παραλήπτη, όπως είναι το γεγονός ότι οι θύρες του βαγονιού με το οποίο μεταφέρθηκαν τα εμπορεύματα κατά την είσοδο του βαγονιού στο κράτος του προορισμού βρέθηκαν ανοικτές ή κλειστές χωρίς όμως τις απαραίτητες μολυβδοσφραγίδες που τέθηκαν στον σταθμό της φόρτωσης του. Έτσι λοιπόν ναι μεν η φόρτωση του βαγονιού σε πλήρες φορτίο από τον αποστολέα κατ' ακολουθίαν των εφαρμοστέων διατάξεων ή των μνημονευομένων στην φορτωτική συμφωνιών αποτελεί τον κατ' άρθρο 36 παρ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως ειδικό κίνδυνο, που οδηγεί σε απαλλαγή τον σιδηρόδρομο, όμως αν η μεταφορά του εμπορεύματος στο οποίο συμφωνήθηκε απώλεια ή βλάβη του φορτίου έγινε με βαγόνι στο οποίο κατά την είσοδο στην χώρα του προορισμού του βεβαιώνεται ότι οι θύρες δεν έφεραν καθόλου μολυβδοσφραγίδες η ότι αυτές είχαν παραβιαστεί, τότε, ενόψει και της συνδρομής του τελευταίου τούτου που δεν αποκλείει τον κίνδυνο κλοπών κατά την διάρκεια της μεταφοράς, δεν μπορεί να λειτουργήσει το τεκμήριο της παρ. 2 του άρθρου 36 της Διεθνούς Συμβάσεως για προέλευση της απώλειας ή βλάβης από τον ειδικό κίνδυνο της παρ. 3 του άρθρου 36 της Διεθνούς Συμβάσεως, αφού σε μία τέτοια περίπτωση ή απώλεια ή βλάβη μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του σιδηροδρόμου ο οποίος δεν έλαβε τα προσήκοντα κατά την μεταφορά μέτρα φυλάξεως των μεταφερομένων εμπορευμάτων (βλ. ΕφΑΘ 8419/1999, ΕφΑΘ 9245/1999 και 7527/ 1996 αδημοσίευτες στον νομικό τύπο). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 95 και 96 ΕμπΝ προκύπτει ότι ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται ως εγγυητής για την εκτέλεση της μεταφοράς από τον μεταφορέα, με τον οποίο είναι εις ολόκληρον υπεύθυνος, δηλαδή για την άφιξη των μεταφερομένων πραγμάτων στον προορισμό τους. Ως συνέπεια της εις ολόκληρον ευθύνης του ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς δικαιούται εφόσον εναχθεί από τον εντολέα, τον παραλήπτη ή τον ασφαλιστή, που υποκαταστάθηκε στην θέση του κατ' άρθρο 210 του ΕμπΝ για καταβολή αποζημίωσης λόγω της ζημίας που επήλθε αφενός μεν να εναγάγει και αυτός τον μεταφορέα (ως δικαιούχος αποζημίωσης έναντι αυτού), αφετέρου δε να προβάλει ως εναγόμενος ότι η απώλεια ή η βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου όπως σε ενέργεια ή παράλειψη του μεταφορέα.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών